Δελτίο Τύπου για την Κατάθεση Αιτήσεως Ακυρώσεως κατά των Κανονιστικών Πράξεων Εφαρμογής του ν. 4387/2016

Εβδομήντα επτά δικηγόροι από δικηγορικούς συλλόγους όλης της χώρας μέλη της διαδικτυακής ομάδας Πανελλήνια Ένωση Δικηγόρων (Π.Ε.Δ.), (https://panhelleniclawyersassociation.wordpress.com/) καταθέσαμε σήμερα την υπ’ αριθμ 560/28-2-2017 αίτηση μας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση των κανονιστικών πράξεων εφαρμογής του Ν.4387/2016 για την μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος γνωστού ως νόμου Κατρούγκαλου.

Οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως συνοπτικά είναι οι εξής:

1. Παράβαση του άρθρου 43 του Συντάγματος λόγω έκδοσης Υπουργικών Αποφάσεων και όχι Προεδρικού Διατάγματος για την εκτέλεση του Ν. 4387/2016.

2. Παράβαση της γενικής αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος λόγω εισαγωγής αδικαιολόγητης διάκρισης ανάμεσα σε μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες, ιδίως ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων ασφαλιστικών εισφορών.

3. Παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος των ποσοστών που καθορίστηκαν για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών.

4. Παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας ως προς την προβλεπόμενη κατώτατη ασφαλιστική εισφορά, με την οποία εισάγεται τεκμήριο εισοδήματος.

5. Παράβαση της συνταγματικής αρχής αναλογικότητας σε σχέση με το προσδοκώμενο όφελος.

Οι αιτούντες, αναγνωρίζουμε ότι οι προβλέψεις του νέου ασφαλιστικού συστήματος που εισήχθη με το Ν. 4387/2016 είναι σε ορισμένα σημεία τους δικαιότερες από εκείνες των καταργηθέντων ασφαλιστικών νόμων, που αυθαιρέτως και αναιτιολογήτως διέκριναν τους παλαιούς (προ του 1993) από τους νέους (μετά το 1993) ασφαλισμένους και προέβλεπαν ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη κανένα εισοδηματικό κριτήριο.

Ωστόσο οι διατάξεις του νόμου που αφορούν ιδίως στα προβλεπόμενα ποσοστά των ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες δεν συμπλέουν με το γενικότερο πνεύμα του νομοθέτη, που βάσισε το νέο ασφαλιστικό σύστημα στις συνισταμένες της ισότητας, της αναλογικότητας και του πραγματικού εισοδήματος. Για το λόγο αυτό, πιστεύουμε ότι είναι απόλυτα αναγκαία η ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων, προκειμένου ο νομοθέτης και η Διοίκηση να επανέλθουν και ,εφαρμόζοντας τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικής συμμετοχής στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας, να προβλέψουν:

1. «Ανεισφορολόγητο» όριο για όσους εμφανίζουν ζημιά, μηδενικό εισόδημα ή και εισόδημα κάτω του ορίου της φτώχειας ή έστω κάτω του ορίου των 3.000 ευρώ ετησίως.

2. Ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών για τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες όμοια με αυτά των μισθωτών (και όχι και αυτών που καταβάλλουν οι εργοδότες τους).

3. Αποσύνδεση του προσδιορισμού των ασφαλιστικών εισφορών των αυτοαπασχολούμενων και των ελευθέρων επαγγελματιών από τον κατώτατο βασικό μισθό του άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, η αυξομείωση του οποίου θα επηρεάζει χωρίς λόγο τις ασφαλιστικές εισφορές τους. Και

4. Θέσπιση ενός ανώτατου ορίου δημοσιονομικής (φορολογικής και ασφαλιστικής) επιβάρυνσης, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 45% του φορολογητέου εισοδήματος ή τον εκάστοτε προβλεπόμενο ανώτατο φορολογικό συντελεστή φορολόγησης του εισοδήματος.

Σήμερα, η δημοσιονομική επιβάρυνση των δικηγόρων και εν γένει των ελευθέρων επαγγελματιών υπερβαίνει το 65% του εισοδήματός, εξευτελίζει το επίπεδο της ζωής και καθιστά αδύνατη την επαγγελματική επιβίωσή μας. Εξωθούμαστε, είτε στην αεργία (καθόσον οι υψηλές ασφαλιστικές και φορολογικές επιβαρύνσεις δημιουργούν αντικίνητρο εργασίας και δημιουργίας), είτε στην οικονομική εξαθλίωση. Πιστεύουμε στο δίκαιο του αγώνα μας και ελπίζουμε στη δικαίωση.

Από την Διαχειριστική Ομάδα της ΠΕΔ

Advertisements

Memorandum of the «Panhellenic Lawyers’ Association» to European Commission, ECB, IMF, ESM concerning the ongoing reforms on Social Security and tax law legislation for self – employed lawyers/attorneys at law

MEMORANDUM OF THE “PANHELLENIC LAWYERS ASSOCIATION”

TO: REPRESENTATIVES OF:

  • European Commission Mr. Declan Costello
  • European Central Bank Mr. Rasmus Refer
  • International Monetary Fund Mrs Delia Velculescu
  • European Stability Mechanism Mr. Nicola Giammarioli

Concerning:

Ongoing reforms on Social Security and tax law legislation for self-  employed lawyers/attorneys at law.

(you can find the Greek version of the text here)

Ι.PREAMBLE

A significant number of Greek Lawyers, operating as self-employed, have been remarkably impaired, due to recession. The – subsequent to financial distress –  decline in demand for lawyers’ services, but mainly the sharp increased costs of access to the courts[1], combined with the failure of the majority of legal services’ applicants, to meet their financial obligations, have made notably arduous the exercise of the legal profession. This applies  without any alternative outlets, as according to Greek lawyers’ Code, they are classified as “unpaid public servants”, also due to the nature of the profession which is “quasi” Public Service, exercising any other profession is  prohibited as incompatible to their duties. Practically this means that scientists with university studies and especially the most senior of the country, are called to live solely from the exercise of the legal profession, although the current socioeconomic conditions and the exorbitant burdens do not allow this, therefore as a result, the complete degradation of their scientific status, their inability to pay their “social security contributions”  and their tax burdens and finally, their violent extruding in unemployment, without even the ability to work anywhere else.

The same applies to lawyers– partners at law firms, as they work in complete lawlessness scheme, deregulation of labor relations (shown as supposedly independent co-location partners) and extremely low fees/wedges, indeed largely without any involvement of their employers in the particularly onerous and unfair social security and tax charges.

In addition with the above mentioned data and provided that there are no active interventions, it becomes certain, that in a very short time, a large number of skilful scientists, will be excluded from their profession and, perforce, outside of the economically active population’s strength, in addition with adverse consequences, regarding their participation in tax and social security burdens.

ΙΙ. Status quo of social security and tax system   

            In accordance with the applicable provisions of social security legislation, the unacceptable and unconstitutional discrimination of professional lawyers, to pre and after 01/01/1993 insured, remains in force.

            The former “old insured” lawyers, (ie. starting up their social security insurance till 31/12/1992) regardless of years of their services or of their income, are charged with fixed insurance contributions, which for 2015 amounted to EUR € 3.683,40 [2] , which admittedly are particularly attractive, as analyzed on a monthly levy equal to € 306,95 and is aimed mostly at professionals with at least 23 years of professional standing and experience.

            Instead, the “new insured” lawyers, (ie  starting up their social security insurance after 01/01/1993) under the present system of l. 2084/1992 are classified into social security classes, regarding which, after the enactment of L. 3986/2011, the reclassification was made compulsory every three years without any concern for the actual ability of the independent professionals to pay contributions, and despite of their universally acknowledged vertical reduction of their income.

The result of the above mentioned, is that young lawyers, providing services for just 7 years, (under especially adverse working conditions) are oblidged to pay for social security, a total amount of € 4.680,95, ie contributions up to 23% higher compared with their professionally and economically accomplished colleagues who usually are their employers![3] And this without deductibility in case that the lawyer’s income is so small that is not even sufficient for livelihood[4].

Tax burdens 

            After the enactment of L. 4172/2013 (Income Tax Code), the income of self-employed – lawyers was considered as “business profit” and it fell under the corresponding tax scale without any possibility of tax impairment, in contrast to the hitherto applicable legislation, (L. 2238/1994) which provided that income from self – employment was a distinct source of income, and it recognized to self employers, the right to tax deduction as of natural persons.

            Thus, while self employed- lawyers, up to the fiscal year 2013 were taxed according to natural persons’ tax scale, and enjoyed all the provided tax deductions, mainly tax free limits, from fiscal year 2014 onwards, the income of independent professionals is taxed in accordance with the provisions on business taxation, ie a rate of 26% from the first euro profit and advance tax obligation for next year, amount initially 55% of the corresponding tax but, following the latest regulations for fiscal year 2015,  will reach 75% and in subsequent years 100%.

Besides the main tax, the so – called “business tax” remains in force, , amounting to € 650,00 and payable by all professionals, regardless of whether or not they have an income, which in essence is a poll tax.

            It is perceptible, that the present tax and social security legislation, besides the fact that violates tuple constitutional provisions, constitutes an obstacle to any attempt of professionals to recovery, since it makes the State essentially professional’s partner, while in return offers appalling to minimal health and welfare services.

 

ΙΙΙ. On the proposed reform draft of the social security legislation by the Greek Government

            Insofar as it is made known to us, the, account of you, proposal of the Greek Government to reform the social security system and redefine the level of contributions of professionals provides briefly:

  1. The absorption of the “Unified Social Security Fund of Independently Employed (in Greek E.T.A.A), and of other social security bodies, by the under establishment, «National Social Security Body», in essence, a unification of all social security funds, under the umbrella of present I.K.A. (the largest social security organization that covers workers and employees) b. the – subsequent – uniform enforcement of contributions, calculated as a percentage of income. Based on current data, a factor of 20% for the main pension sector , 7.5% for the supplementary pension sector, 6.95% for health care and 4% in favor of the welfare sector and total rate 38,45% of the net (income minus business expenses) result (profits), are provided for self – employed.
  2. the imposition of contributions based on income criteria, a minimum requirement calculated on monthly wages of unskilled workers older than 25 (currently 586,08 €).

            This proposal is open to criticism because:

– regarding the attempted unification of the hitherto existing social security/pension funds, no actuarial analysis has been announced, to become apparent whether it is beneficial or harmful to current bodies.

– regarding the connection of contributions to income, while it waives the flagrant injustices of the existing system, it attempts application of particularly burdensome rates, clearly higher and not equivalent to those applied in the majority of EU Member States[5] and in any case unrealistically high compared to the currently weak, economic revenues of the vast majority of professionals.

            Especially when considering that, beyond the contribution of 38.45% in favor of social security funds, the remaining amount is taxed at the disfavorable provisions of l. 4172/2013, we end up in substantial confiscation of professionals’ income, weakness to a labor livelihood, and forced interruptions in their professional activity.

            For a better understanding, it is quoted an example based on a lawyer with annual operating result (profit) 18,000 €, ie monthly profit of 1.500,00 €[6]

INCOME                                                                                          18.000,00 €

MINUS SOCIAL SECURITY CONTRIBUTIONS 38,45%            6.921,00 €  

INCOME TO TAXATION                                                   =     11.079,00 €

TAX RATE 26%                                                                           – 2.880,54 €

ADVANCE TAX (for the first year of application)                   – 2.880,54 €

BUSINESS TAX                                                                              –    650,00 €

                       

NET RESIDUAL                                                                                4.667,92 €

 

            ie monthly income only 388,99 € of 1.500,00 € with unrealistic burden rate in State’s favor 74.06%! [7] Even taking for granted that an advance tax, offset against the next year’s tax, we end up (for the 2nd year of application) to a result of 7.548,46 €, ie. € 629,03 per month out of 1.500,00 €.

            We have to take into account that in everyday transactions with private clients, VAT is generally absorbed by the professionals, in order to achieve the assignment of cases, additionally charging by 23% the lawyer’s revenue[8] , while the exhortation of supervisory institutions for exemption from the VAT collection system and performance implemented only partially to professionals with very small turnovers up to 10.000 € / year, while the proposed limit by “institutions” (25.000 € / year) was rejected by the domestic authorities[9].

            With these data, It is mathematically that the vast majority of lawyers will be forced to cease their activity, with a consequential effect of a further increase in unemployment, scientific manpower outflow abroad and the loss of significant fiscal revenues and social security contributions.

            However, even if kept in the profession, must necessarily be employed by unwanted taxable income concealment methods, not by self-interest reasons, but with purpose to meet the basic living needs. However, even the concentration of lawyer’s cases in the hands of a few partnerships, does not provide proper operational guarantees for the legal profession, since  the institutional framework for lawyer’s (as scientists and especially as to time, the payment context, the social security obligation involving the employer etc.) is completely missing.

ΙV. Proposal to reform the tax and pension system, based on sustainability and interactive utilities.

           

            The Panhellenic lawyer’s Association, as an entity, operates with more than 5,200 registered members as social networking entity and exchanges scientific and professional views.

It consists mainly of younger scientists practicing litigation with high professional and ethical standards, most with excellent training, studies in Greece and in EU Member States.

Our goal is to stay in our profession and maintain our role as an independent justice’s co – worker which has as highest task the defense of civil’s affected rights.

We do not require preferential treatment over other professional groups, but we seek for the obvious: our livelihood to be feasible along with dignity and work performance, accompanied by maximum mental strain, a produce similar with our effort.

In this context and in order:

  • To stimulate entrepreneurship
  • To avoid further increases in unemployment and scientific personnel outflow
  • To Increase public revenues by limiting enforced concealment in taxable income and thus to broaden the tax base but also
  • To Increase the purchasing power of the professional – scientist with multiple benefits

we recommend:

  1. Immediate abolition of all discriminations between ‘new’ and ‘old’ social security insured professionals.
  2. Adapting existing benefits in pensioners, and awarding pensions to insured prior to 1993 with a lower replacement rate.
  3. full correlation of social security contributions to professionals’ net profit with a minimum basis for annual income calculation that of  € 3.000,00
  4. tiered application of contribution rates of 6,67% for the main pension sector on the amount of income up to € 12,000 and 12% on the amount of income over 12,000 € and a single rate of 6% for the healthcare sector.
  5. Abolition of contributions for supplementary insurance and, for the welfare sector and taking insurance cover for these areas, from mutual benefit legal persons governed by private law which have been established (or will be established) by the local Bar Associations, either individually or concentrated. Contributions to private law funds, as well as the offered benefits, will be determined by decisions of the members of the legal persons, ie that of insured lawyers.
  6. Non imposing contributions if income does not exceed the limit of 3.000,00 and upon request of the insured person (with insurance deprivation for the same period)
  7. Extension of the VAT exemption scheme for professionals with a turnover each year up to 25,000 € (if of course they wish so)
  8. Restore the distinct taxable source of a professional income and subduction of this source to the natural persons’ tax provisions by applying the tax natural persons’ scale in force, in combination with application of all the tax reductions given to natural persons (as currently applies to employees and pensioners), otherwise
  9. introducing additional tax rates, if the taxation of professional income is maintained as of «business activity» with the following rates:

income 0 – 6.500 € fixed flat tax 650,00 €

      for the next 5,500 € rate of 10% (ie. income up to € 12,000)

      for the next 6,000 € rate of 15% (ie. income up to € 18,000)

      for the next 4,000 € rate of  20% (ie. income up to € 22,000)

      for the next 4,000 € rate of 26% (ie. income up to € 26,000)

      for the next 4,000 € rate of 33% (ie. income up to € 30,000)

     for the excess a rate of 40%.

  1. clearing the «business tax» with the paid tax and its enforcement only as professionals’ minimum tax.

Based on our proposals, the previous example of a lawyer with annual operating result (profit) that of 18,000 €, ie € 1.500,00 monthly profit is as follows:

INCOME Α                                                                                                                               18.000,00 €

MINUS SOCIAL SECURITY CONTRIBUTIONS

                                (6,67% – 12%)                                              1.520,40 €

MINUS HEALTH CONTRIBUTIONS (6%)                                                     1.080,00 €

MINUS CONTRIBUTIONS TO MUTUAL BENEFIT

 LEGAL PERSONS GOVERNED BY PRIVATE LAW  (πχ 6%) =  1.080,00 €

INCOME TO TAXATION                                                                    =   14.319,60 €       

  1. a) scenario of the proposal under no 8

TAX RATE 22% (with the relevant provisions)             =     – 3.150,31 €

TAX DEDUCTION (art. 16 L. 4172/2013)                           + 2.100,00 €

NET RESIDUAL                                                                                                 13.269,28 €

 

β)scenario of the proposal under no 9

FLAT TAX 0 – 6,500                                                                   =   –   650,00 €

RATE        6.500 – 12.000               10%                                                  =   –   550,00 €

RATE       12.001 – 18.000 15%                                               =   –   900,00 €

NET RESIDUAL                                                                                                 12.219,60 €

            That is, with the same income, that of 18.000 € and the application of rules of law, proportionate and harmonized with best practice in EU Member States, the professional lawyer,

  • Contributes to the social security costs, depending on his financial ability
  • Pays fair and proportional tax with equal treatment of his income in relation to those of employees.
  • Exempts the State from the operation of welfare and supplementary insurance funds, which can operate excellently (and largely they operate) under the responsibility of the relevant bar associations, on terms and benefits agreed only between interested member- lawyers.
  • Remains economically active in a financial conjuncture of great difficulty.
  • Gains greater tax awareness (tax morality) as he spends approximately 1/3 of his income for social security contributions and retains 2/3, set out to livelihoods.
  • Shows the actual financial results in the accounting records, since his pension rights will be in the future partly contributory based on the income of his working life.
  • But mainly: maintains monthly income 1.000 – 1.100 € that allows, in contrast to the current situation, to make a living with elementary dignity rather than luxury.

With the strong belief that our current proposals will receive proper evaluation on your behalf.

Yours sincerely

On behalf of the “Panhellenic Lawyers Association”

[1] It is noted that the increase in the cost of access to the courts,  is not due to an adjustment of legal fees (quite the contrary, the indicative fees remain confined at least since 2007, while since 2013 it has removed the cap of the compulsory minimum fees,) but to the imposition of multiple taxes in favor of the State.  Indicatively, examples include the  VAT of 23% on fees from 01/07/2010, up to twenty times judicial fees,  imposing 1.1% court fees on chose in action, even in declaratory actions, deferred  fees for writ of execution up to 3% on judgments’ capital and interest, irrespective of the successful completion of any enforcement.

[2] € 1.928,28 for the main pension sector, € 578,40 for the supplementary social secutity sector, € 120,00 for the OAED (Manpower Employment Organization) unemployment insurance, € 690,60 for health insurance and € 366.12 for the welfare sector.

[3]  Thus, for a lawyer who initially secured on 01/01/2008, that now necessarily falls in 3rd social security category, the contributions amount to € 2.426,04 for main pension sector, € 727,80 for supplementary social security sector, € 120,00 for the OAED (Manpower Employment Organization) unemployment, € 921,90 for health insurance and € 485,21 for the welfare sector, ie. a total of € 4.680,95.

[4] A Provision, that was introduced by L. 4331/2015 for submission to the 1st social security category and was repealed by L. 4337/2015, even before applied.

[5] It should be taken into account and the quality of supplied social protection enjoyed by the Greek professionals in comparison with other European Union residents. It is known that public health care is highly degraded and in no way meets the high contributions that are provided.

[6] The amount is totally realistic because, in essence, income is received over an 8 months’ period,  since during the quarter  of June – July – August, as well as on Christmas and Easter fortnight, the court seats do not operate therefore, the workflow is extremely reduced.

[7] Which means that, a professional lawyer, in order to obtain net monthly income 1.000,00 € (ie as a junior private company employee), should collect monthly the amount of € 3.855,05 on a year basis, or the unrealistic amount of € 5.782,57 (!!) in an eight-month basis, calculating also the vacations.

[8] To grasp the magnitude of this problem, it is sufficient to consider that, despite the fact that the indicative fee in the first degree’s misdemeanor jurisdiction (threatened with imprisonment up to five years ) is 143,91 € plus VAT, while the usual fees rarely exceed 300,00 € plus VAT, only one in three defendants entrust his defense to a lawyer, while the net profit of such a case, does not exceed 145 €. How many such cases every month a counsel has to try, in order to achieve the desired economic effect?

[9] The system of VAT collection and payment, creates a net charge to professional lawyers, as they have few deductible expenses, respectively while the amounts of input tax deductible, ase also small.

Υπόμνημα ΠΕΔ προς Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΕΜΣ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

ΠΡΟΣ τους εκπροσώπους

  • της Ευρωπαϊκης Επιτροπής κ. Declan Costello
  • της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Rasmus Refer
  • του Διεθνούς Νομισματικού ταμείου κας Delia Velculescu
  • του Ευρωπαϊκόυ Μηχανισμού Σταθερότητας κ. Nicola Giammarioli

ΣΧΕΤΙΚΑ

με τις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις στην κοινωνικοασφαλιστική και φορολογική νομοθεσία, κατά το μέρος που αφορά το ελεύθερο επάγγελμα του Δικηγόρου.

Ι. Προεισαγωγικά

Μεγάλος αριθμός των Eλλήνων δικηγόρων, που δραστηριοποιούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, έχει πληγεί καίρια εξαιτίας της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Η – συνακόλουθη με την οικονομική δυσπραγία – πτώση της ζήτησης για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, κυρίως όμως η κατακόρυφη αύξηση του κόστους πρόσβασης στη δικαιοσύνη[1], σε συνδυασμό με την αδυναμία της πλειοψηφίας των αιτούντων παροχή νομικών υπηρεσιών να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους, έχουν καταστήσει ιδιαίτερα δυσχερή την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.

Τούτο μάλιστα χωρίς εναλλακτικές διεξόδους, καθώς σύμφωνα με τον Κώδικα περι Δικηγόρων χαρακτηρίζονται ως «άμισθοι δημοσίοι λειτουργοί», εξ αιτίας δε της φύσης του επαγγέλματος ως οινοεί δημόσια υπηρεσία, η άσκηση οποιουδήποτε άλλου επιτηδεύματος απαγορεύεται ως ασυμβίβαστη με τα καθήκοντα τους.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι επιστήμονες με σπουδές ΑΕΙ και μάλιστα από τις πιο υψηλόβαθμες της χώρας καλούνται να ζήσουν αποκλειστικά από την άσκηση της δικηγορίας, αν και οι παρούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τα υπέρογκα βάρη δεν το επιτρέπουν, με συνέπεια την πλήρη υποβάθμιση της επιστημονικής τους ιδιότητας, την αδυναμία τους να αποπληρώσουν τις ασφαλιστικές εισφορές και τα φορολογικά βάρη και εν τέλει, την βίαιη εξώθησή τους στην ανεργία, χωρίς μάλιστα να δύνανται να εργαστούν οπουδήποτε αλλού.

Το αυτό ισχύει και για τους δικηγόρους – συνεργαζόμενους σε δικηγορικές εταιρείες, καθώς εργάζονται σε καθεστώς πλήρους ανομίας, απορρύθμισης εργασιακών σχέσεων (εμφαινόμενοι ως δήθεν ανεξάρτητοι συστεγαζόμενοι συνεργάτες) και εξαιρετικά χαμηλών αμοιβών, εν πολλοίς μάλιστα χωρίς καμία συμμετοχή των εργοδοτών τους στις ιδιαίτερα επαχθείς και άνισες ασφαλιστικές και φορολογικές επιβαρύνσεις τους.

Με τα ως άνω δεδομένα και εφ’ όσον δεν υπάρξουν δραστικές παρεμβάσεις, καθίσταται βέβαιο ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλος αριθμός ικανότατων επιστημόνων θα βρεθεί εκτός επαγγέλματος και, αναγκαστικά, εκτός της δύναμης του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες όσον αφορά την συμμετοχή τους στα φορολογικά και ασφαλιστικά βάρη.

ΙΙ. Status quo του κοινωνικοασφαλιστικού και φορολογικού συστήματος

 

            Με τις ισχύουσες διατάξεις της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, διατηρείται σε ισχύ η απαράδεκτη και αντισυνταγματική διάκριση των επαγγελματιών δικηγόρων σε ασφαλισμένους πρό και μετά την 01/01/1993.

            Οι μεν «παλαιοί» ασφαλισμένοι δικηγόροι (δηλ. με έναρξη μέχρι 31/12/1992) επιβαρύνονται με σταθερές ασφαλιστικές εισφορές, ανεξαρτήτως των ετών προϋπηρεσίας ή του εισοδήματός τους, οι οποίες για το έτος 2015 ανήλθαν συνολικά στο ποσό των € 3.683,40 [2] , ποσό που κατά κοινή ομολογία είναι ιδιαίτερα ελκυστικό, καθώς αναλύεται σε μηνιαία εισφορά € 306,95 και απευθύνεται σε επαγγελματίες με προϋπηρεσία τουλάχιστον 23 έτη και εδραιωμένη, ως επί το πλείστον, επαγγελματική υπόσταση.

            Αντιθέτως, οι «νέοι» ασφαλισμένοι (δηλ. με έναρξη μετά την 01/01/1993) κατατάσσονται με το παρόν σύστημα του ν. 2084/1992 σε ασφαλιστικές κλάσεις, στις οποίες μετά την ισχύ του ν. 3986/2011 η επανακατάταξη κατέση υποχρεωτική ανά τριετία χωρίς καμία μέριμνα για την πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα των επαγγελματιών και παρά  την πανθομολούμενη κάθετη απομείωση του εισοδήματός τους.

Αποτέλεσμα αυτών είναι, νέοι δικηγόροι με υπηρεσία μόλις 7 ετών (και ιδιαίτερα δυσμενείς εργασιακές συνθήκες) να καλούνται να καταβάλουν για την κοινωνική ασφάλιση το συνολικό ποσό των € 4.680,95 δηλαδή εισφορές μέχρι και 23% υψηλότερες σε σχέση με καταξιωμένους επαγγελματικά και οικονομικά συναδέλφους τους, που συνήθως είναι και οι εργοδότες τους !  [3]. Και αυτό χωρίς καμία δυνατότητα έκπτωσης σε περίπτωση που το εισόδημα του δικηγόρου είναι τόσο μικρό που δεν επαρκεί καν για τον βιοπορισμό του[4].

Φορολογικά βάρη 

            Μετά την ισχύ του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), το εισόδημα του ελεύθερου επαγγελματία – δικηγόρου θεωρήθηκε από το νόμο ως «επιχειρηματικό κέρδος» και υπήχθη στην αντίστοιχη φορολογική κλίμακα χωρίς καμία δυνατότητα απομείωσης του φόρου, σε αντίθεση με την μέχρι τότε ισχύουσα νομοθεσία (ν. 2238/1994) που προέβλεπε το εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα ως διακριτή πηγή εισοδήματος, αναγνώριζε δε στους επαγγελματίες όλες τις μειώσεις φόρου των φυσικών προσώπων.

            Έτσι, ενώ μέχρι και το φορολογικό έτος 2013 οι ελεύθεροι επαγγελματίες – δικηγόροι φορολογούντο με την κλίμακα φυσικών προσώπων και απολάμβαναν όλες τις προβλεπόμενες μειώσεις από το φόρο, με κύρια την ύπαρξη αφορολογήτου ορίου, από το φορολογικό έτος 2014 και εντεύθεν, το εισόδημα των επαγγελματιών φορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας επιχειρήσεων, δηλαδή με συντελεστή 26% από το πρώτο ευρώ κέρδους και με υποχρέωση προκαταβολής φόρου για το επόμενο έτος, ύψους αρχικά 55% του αναλογούντος φόρου που όμως, μετά τις τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις, για το φορολογικό έτος 2015 θα διαμορφωθεί στο 75% και για τα επόμενα έτη στο 100%.

            Πέραν της κύριας φορολόγησης, διατηρείται σε ισχύ το λεγόμενο «τέλος επιτηδεύματος», που στην ουσία αποτελεί κεφαλικό φόρο, ύψους € 650,00 και το οποίο καταβάλλεται από όλους τους επιτηδευματίες, ασχέτως ύπαρξης ή μη εισοδήματος.

Καθίσταται αντιληπτό ότι η παρούσα φορολογική και κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία, πέραν του γεγονότος ότι παραβιάζει πλειάδα συνταγματικών διατάξεων, αποτελεί τροχοπέδη στην όποια προσπάθεια ανάκαμψης των επαγγελματιών, αφού καθιστά το δημόσιο κατ’ ουσίαν συνέταιρο του επαγγελματία, ενώ σε ανταπόδοση προσφέρει κάκιστες έως μηδαμινές υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας.

 

ΙΙΙ. Επί του προτεινόμενο σχέδιου αναμόρφωσης της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνησης

           

            Η υπ’ όψιν Σας πρόταση της Ελληνικής Κυβέρνησης για την αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και τον ανακαθορισμό του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών των επαγγελματιών, στο βαθμό που μας έχει γνωστοποιηθεί, προβλέπει επιγραμματικά :

α. την απορρόφηση του ασφαλιστικού φορέα των ανεξαρτήτως απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), όπως και των λοιπών φορέων κοινωνικής ασφάλισης, από τον ιδρυθησόμενο «Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης», κατ’ ουσίαν δηλαδή πρόκειται για την ενοποίηση όλων των ταμείων υπό τη στέγη του σημερινού ΙΚΑ.

β. την – συνακόλουθη – ενιαία επιβολή ασφαλιστικών εισφορών, υπολογιζόμενων σε ποσοστό επί του εισοδήματος. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, προβλέπεται για τους ελεύθερους επαγγελματίες συντελεστής 20% υπέρ του κλάδου κυρίας συντάξεως, 7,5% υπέρ του κλάδου επικουρικής σύνταξης, 6,95% για υγειονομική περίθαλψη και 4% υπέρ του κλάδου προνοίας, και συνολικά συντελεστής 38,45% επί του καθαρού (έσοδα μείον επαγγελματικά έξοδα) αποτελέσματος (κέρδη).

γ. την επιβολή των ασφαλιστικών εισφορών με βάση εισοδηματικά κριτήρια, με κατώτατη υποχρέωση υπολογιζόμενη στις μηνιαίες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη άνω των 25 ετών (σήμερα 586,08 €).

            Η πρόταση αυτή επιδέχεται κριτικής καθ’ όσον :

– όσον αφορά την επιχειρούμενη ενοποίηση των μέχρι σήμερα υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων, δεν έχει γνωστοποιηθεί καμία αναλογιστική μελέτη, ώστε να καταστεί αντιληπτό αν είναι επωφελής ή επιβλαβής για τους  υφιστάμενους φορείς.

– όσον αφορά την σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με το εισόδημα, αίρει μεν τις κατάφωρες αδικίες του υπάρχοντος συστήματος, πλην όμως επιχειρείται η εφαρμογή συντελεστών ιδιαιτέρως επαχθών, σαφώς υψηλότερων και μη αντίστοιχων με αυτούς που εφαρμόζονται στην πλειοψηφία των κρατών – μελών της Ε.Ε.[5] και σε κάθε περίπτωση εξωπραγματικά υψηλών σε σχέση με τις ισχνές, πλέον, οικονομικές προσόδους της συντριπτικής πλειοψηφίας των επαγγελματιών.

            Εάν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψιν ότι, πέραν της εισφοράς 38,45% υπέρ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, το εναπομένον ποσό φορολογείται με τις δυσμενέστατες διατάξεις του ν. 4174/2013, καταλήγουμε σε ουσιαστική δήμευση του εισοδήματος των επαγγελματιών, αδυναμία βιοπορισμού εκ της εργασίας και αναγκαστική διακοπή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.

            Για την καλύτερη κατανόηση, παρατίθεται παράδειγμα με βάση Δικηγόρο με ετήσιο αποτέλεσμα χρήσης (κέρδη) 18.000 €, δηλαδή μηνιαίο κέδρος 1.500,00 € [6]

ΕΙΣΟΔΗΜΑ                                                                                       18.000,00 €

ΜΕΙΟΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ 38,45%           6.921,00 €  

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ                                     =      11.079,00 €  

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΦΟΡΟΥ 26%                                                      – 2.880,54 €

ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ (για το 1ο έτος εφαρμογής) – 2.880,54 €

ΤΕΛΟΣ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΟΣ                                                            –    650,00 €

                       

ΚΑΘΑΡΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ                                                                       4.667,92 €

 

            δηλαδή μηνιαία πρόσοδο μόλις 388,99 € εκ των 1.500,00 € με εξωπραγματικό συντελεστή επιβαρύνσεων υπέρ του δημοσίου 74,06% ! [7] Ακόμη και αν ληφθεί ως δεδομένο ότι η προκαταβολή φόρου συμψηφίζεται με τον φόρο του επόμενου έτους, καταλήγουμε (για το 2ο έτος εφαρμογής) σε αποτέλεσμα 7.548,46 €, δηλ. 629,03 € ανά μήνα εκ των 1.500,00 €.

            Ας ληφθεί δε υπ’ όψιν ότι στην καθημερινή συναλλαγή με τους ιδιώτες εντολείς, ο ΦΠΑ κατά κανόνα απορροφάται από τον επαγγελματία, ώστε να επιτύχει την ανάθεση υποθέσεων, επιβαρύνοντας επιπλέον κατά 23% τα έσοδα του δικηγόρου[8] , ενώ και η παραίνεση των εποπτικών θεσμών για απαλλαγή από την υποχρέωση από το καθεστώς είσπραξης και απόδοσης ΦΠΑ εφαρμόσθηκε μερικώς μόνον και σε επαγγελματίες με πολύ μικρούς τζίρους μέχρι 10.000 €/έτος, το δε προταθέν από τους θεσμούς όριο απαλλαγής (25.000€/έτος) απορρίφθηκε από τις ημεδαπές αρχές[9].

            Με τα δεδομένα αυτά, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των δικηγόρων θα αναγκαστεί να διακόψει τη δραστηριότητά του, με απότοκη συνέπεια την περαιτέρω αύξηση της ανεργίας, της εκροής επιστημονικού δυναμικού προς το εξωτερικό και της απώλειας σημαντικών προσόδων του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος.

            Aκόμη όμως και να παραμείνει στο επάγγελμα, θα πρέπει υποχρεωτικά να μετέλθει ανεπιθύμητων μεθόδων απόκρυψης φορολογητέας ύλης, όχι από λόγους ιδιοτέλειας, αλλά για καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές του ανάγκες.

            Όμως, και η συγκέντρωση της δικηγορικής ύλης στα χέρια λίγων εταιρικών σχημάτων δεν παρέχει εχέγγυα καλής λειτουργίας του δικηγορικού επαγγέλματος, αφού ελλείπει παντελώς το θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης και προστασίας της εργασίας του δικηγόρου ως επιστήμονα και δη ως προς το ωράριο, το πλαίσιο αμοιβής, την υποχρέωση κοινωνικής ασφάλισης με συμμετοχή του εργοδότη κλπ. .

ΙV. Πρόταση αναμόρφωσης του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος, στη βάση της βιωσιμότητας και της αμφίδρομης ωφέλειας

 

           

            Η Πανελλήνια Ένωση Δικηγόρων, ως φορέας, λειτουργεί με πάνω από 5.200 εγγεγραμμένα μέλη ως φορέας κοινωνικής δικτύωσης και ανταλλαγής επιστημονικών και επαγγελματικών απόψεων.

Αποτελείται κυρίως από νεώτερους επιστήμονες που ασκούν μαχόμενη δικηγορία με υψηλά επαγγελματικά και ηθικά πρότυπα, οι περισσότεροι με άριστη κατάρτιση, σπουδές στην Ελλάδα και σε κράτη μέλη της Ε.Ε.

Στόχος μας είναι η παραμονή μας στο επάγγελμα και η διατήρηση του ρόλου μας ως ανεξάρτητου συν – λειτουργού της δικαιοσύνης που έχει ως ύψιστο καθήκον την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του θιγόμενου πολίτη.

Δεν απαιτούμε προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με άλλες επαγγελματικές ομάδες, ζητάμε όμως το αυτονόητο : να είναι εφικτός ο βιοπορισμός μας με αξιοπρέπεια αλλά και να αποδίδει η εργασία μας, που συνοδεύεται από μέγιστη πνευματική ένταση, καρπούς ανάλογους με την προσπάθειά μας.

Στα πλαίσια αυτά και με σκοπό :

  • την τόνωση της επιχειρηματικότητας
  • την αποφυγή περαιτέρω αύξησης της ανεργίας και της εκροής επιστημονικού προσωπικού
  • την αύξηση των δημοσίων εσόδων μέσω του περιορισμού της βιοποριστικώς επιβεβλημένης απόκρυψης φορολογητέας ύλης και συνεπώς της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης αλλά και
  • την αύξηση της καταναλωτικής δύναμης του επαγγελματία – επιστήμονα, με πολλαπλάσια ωφέλη

προτείνουμε :

  1. άμεση κατάργηση κάθε διάκρισης μεταξύ «νέων» και «παλαιών» ασφαλισμένων.
  2. προσαρμογή των ήδη χορηγούμενων παροχών σε συνταξιούχους, καθώς και απονομή συντάξεων σε ασφαλισμένους προ του 1993 με μικρότερο ποσοστό αναπλήρωσης.
  3. πλήρη αντιστοίχηση των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών με το καθαρό κέρδος του επαγγελματία με κατώτατη βάση υπολογισμού ετήσιο εισόδημα € 3.000,00
  4. κλιμακωτή εφαρμογή συντελεστών εισφορών 6,67% για τον κλάδο κύριας σύνταξης για το ποσό του εισοδήματος μέχρι 12.000 € και 12% για το ποσό του εισοδήματος πάνω από 12.000 € καθώς και ενιαίο συντελεστή 6% για τον κλάδο υγείας.
  5. κατάργηση των εισφορών υπέρ επικουρικής ασφάλισης και κλάδου προνοίας και ανάληψη της ασφαλιστικής κάλυψης των τομέων αυτών από Ν.Π.Ι.Δ. αλληλοβοηθείας που έχουν ιδρύσει (ή θα ιδρύσουν) οι κατά τόπους Δικηγορικοί Σύλλογοι, είτε μεμονωμένα, είτε συγκεντρωτικά. Οι εισφορές για τα ιδιωτικού δικαίου ταμεία, καθώς και οι προσφερόμενες παροχές, θα καθορίζονται με αποφάσεις των μελών των νομικών προσώπων, δηλαδή των ασφαλισμένων δικηγόρων.
  6. μη επιβολή εισφορών εφ’ όσον το εισόδημα δεν υπερβαίνει το όριο των 3.000,00 € και εφ’ όσον ζητηθεί από τον ασφαλισμένο (με στέρηση ασφαλιστικής κάλυψης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα)
  7. Επέκταση της απαλλαγής από το καθεστώς ΦΠΑ για επαγγελματίες με κύκλο εργασιών κατ’ έτος μέχρι 25.000 € (εφ’ όσον βέβαια το επιθυμούν)
  8. επαναφορά διακριτής πηγής φορολογητέου εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα και υπαγωγή της πηγής αυτής στις διατάξεις περί φορολογίας φυσικών προσώπων με εφαρμογή της κλίμακας φόρου που εκάστοτε ισχύει για φυσικά πρόσωπα, σε συνδυασμό με εφαρμογή όλων των μειώσεων φόρου που αναγνωρίζονται στα φυσικά πρόσωπα (όπως σήμερα ισχύει για μισθωτούς και συνταξιούχους), άλλως
  9. καθιέρωση επιπλέον κλιμακίων φορολόγησης, εφ΄ όσον διατηρηθεί η φορολόγηση του εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα ως από «επιχειρηματική δραστηριότητα», με τους εξής συντελεστές :

εισόδημα 0 – 6.500 € πάγια κατ’ αποκοπή φορολόγηση 650,00 €

      για τα επόμενα 5.500 € συντελεστής 10% (δηλ. εισόδημα μέχρι 12.000€)

      για τα επόμενα 6.000 € συντελεστής 15% (δηλ. εισόδημα μέχρι 18.000€)

      για τα επόμενα 4.000 € συντελεστής 20% (δηλ. εισόδημα μέχρι 22.000€)

      για τα επόμενα 4.000 € συντελεστής 26% (δηλ. εισόδημα μέχρι 26.000€)

      για τα επόμενα 4.000 € συντελεστής 33% (δηλ. εισόδημα μέχρι 30.000€)

για το υπερβάλλον συντελεστής 40%.

  1. συμψηφισμός του «τέλους επιτηδεύματος» με τον καταβαλλόμενο φόρο και επιβολή του μόνον ως ελάχιστο φόρο του επαγγελματία.

Με βάση τις προτάσεις μας, το προηγούμενο παράδειγμα Δικηγόρου με ετήσιο αποτέλεσμα χρήσης (κέρδη) 18.000 €, δηλαδή μηνιαίο κέδρος 1.500,00 € διαμορφώνεται ως εξής :

ΕΙΣΟΔΗΜΑ                                                                                       18.000,00 €

ΜΕΙΟΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ   (6,67% – 12%)                         1.520,40 €

ΜΕΙΟΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΥΓΕΙΑΣ (6%)                                                   1.080,00 €

ΜΕΙΟΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΝΠΙΔ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ (πχ 6%) =        1.080,00 €

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ                                     =      14.319,60 €  

α) σενάριο πρότασης υπ’ αρ.8

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΦΟΡΟΥ 22 % (με τις κείμενες διατάξεις)=      – 3.150,31 €

ΕΚΠΤΩΣΗ ΦΟΡΟΥ (αρθ. 16 ν. 4172/2013)                              + 2.100,00 €

ΚΑΘΑΡΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ                                                                      13.269,28 €

 

β) σενάριο πρότασης υπ’ αρ. 9

ΠΑΓΙΟΣ ΦΟΡΟΣ 0 – 6.500                                                 =          –   650,00 €

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ 6.500 – 12.000    10%                            =          –   550,00 €

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ 12.001 – 18.000 15%                            =          –   900,00 €

ΚΑΘΑΡΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ                                                                      12.219,60 €

            Με το ίδιο, δηλαδή, εισόδημα των 18.000 € και την εφαρμογή κανόνων δίκαιων, αναλογικών και εναρμονισμένων με την βέλτιστη πρακτική στις χώρες της Ευρωπαίκής Ένωσης, ο επαγγελματίας δικηγόρος

  • συμβάλλει ανάλογα με τις δυνάμεις του στις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης
  • καταβάλει δίκαιη και αναλογική φορολογία, με ίση μεταχείριση των εισοδημάτων του σε σχέση με αυτά του μισθωτού υπαλλήλου.
  • απαλλάσσει το κράτος από την λειτουργία ταμείων προνοίας και επικουρικής ασφάλισης, τα οποία άριστα μπορούν να λειτουργήσουν (και λειτουργούν εν πολλοίς) υπό την ευθύνη των οικείων δικηγορικών συλλόγων, με όρους και παροχές που συμφωνούνται αποκλειστικά μεταξύ των ενδιαφερομένων μελών – δικηγόρων.
  • παραμένει οικονομικά ενεργός σε μια εξαιρετική δύσκολη οικονομική συγκυρία
  • αποκτά μεγαλύτερη φορολογική συνείδηση (tax morality) αφού δαπανά περίπου το 1/3 των εισοδημάτων του για κοινωνικές επιβαρύνσεις και διακρατεί τα 2/3 προς βιοπορισμό.
  • εμφανίζει τα πραγματικά οικονομικά αποτελέσματα στα λογιστικά βιβλία, αφού και το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα θα είναι στο μέλλον εν μέρει ανταποδοτικό με βάση το εισόδημά του εργασιακού βίου.
  • κυρίως όμως : διατηρεί κατά μήνα καθαρή πρόσοδο 1.000 – 1.100 € που του επιτρέπει, σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, να βιοποριστεί όχι με πολυτέλεια, αλλά με στοιχειώδη αξιοπρέπεια.

Με την πεποίθηση ότι οι παρούσες προτάσεις μας θα τύχουν της δέουσας αξιολόγησης εκ μέρους Σας.

Με τιμή

Για την Πανελλήνια Ένωση Δικηγόρων

————-

Υποσημειώσεις:

[1] Σημειώνεται ότι η αύξηση του κόστους πρόσβασης δεν οφείλεται σε αναπροσαρμογή των δικηγορικών αμοιβών (αντιθέτως μάλιστα, οι ενδεικτικές αμοιβές παραμένουν καθηλωμένες τουλάχιστον από το 2007, ενώ ήδη από το έτος 2013 έχει καταργηθεί το πλαφόν της υποχρεωτικής ελάχιστης αμοιβής) αλλά στην επιβολή πολλαπλών επιβαρύνσεων υπέρ του Δημοσίου. Ενδεικτικά αναφέρεται η επιβολή ΦΠΑ 23% επί των αμοιβών από 01/07/2010, μέχρι και εικοσαπλασιαμός παραβόλων, επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου 1,1% επί αγωγικού αντικειμένου, ακόμη και σε αναγνωριστικές αγωγές, προεισπραττόμενο τέλος απογράφου μέχρι και 3% επί κεφαλαίου και τόκων δικαστικής απόφασης, ασχέτως της επιτυχούς περάτωσης τυχόν αναγκαστικής εκτέλεσης.

[2] € 1.928,28 για τον τομέα κύριας σύνταξης, € 578,40 για τον τομέα της επικουρικής ασφάλισης, € 120,00 για την ασφάλιση ανεργίας ΟΑΕΔ, € 690,60 για ασφάλισης υγείας και € 366,12 για τον κλάδο προνοίας.

[3] € Έτσι, για δικηγόρο που ασφαλίσθηκε το πρώτο στις 01/01/2008, υπαγόμενος υποχρεωτικά πλέον στην 3η ασφαλιστική κατηγορία, οι εισφορές ανέρχονται σε € 2.426,04 για τον τομέα κύριας σύνταξης, € 727,80 για τον τομέα της επικουρικής ασφάλισης, € 120,00 για την ασφάλιση ανεργίας ΟΑΕΔ, € 921,90 για ασφάλισης υγείας και € 485,21 για τον κλάδο προνοίας, δηλαδή συνολικά € 4.680,95.

[4] Πρόβλεψη που είχε εισαχθεί με τον ν. 4331/2015 για υπαγωγή στην 1η ασφαλιστική κατηγορία, καταργήθηκε με  τον ν. 4337/2015, πριν ακόμη εφαρμοσθεί.

[5] Θα πρέπει να ληφθεί δε υπ’ όψιν και η ποιότητα της αντιπαρεχόμενης κοινωνικής προστασίας που απολαμβάνει ο Έλληνας επαγγελματίας σε σχέση με τους λοιπούς κατοίκους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι γνωστό ότι η δημόσια υγειονομική περίθαλψη είναι ιδιαίτερα υποβαθμισμένη και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στις υψηλές εισφορές που προβλέπονται.

[6] Το ποσό είναι απολύτως ρεαλιστικό καθώς, στην ουσία, τα όποια εισοδήματα πραγματοποιούνται σε διάστημα 8 μηνών, δεδομένου ότι το τρίμηνο Ιουνίου – Ιουλίου – Αυγούστου, όπως επίσης επί δεκαπενθήμερο Πάσχα και Χριστούγεννα δεν λειτουργούν τα οι έδρες των Δικαστηρίων και, ως εκ τούτου, η ροή εργασίας είναι εξαιρετικά μειωμένη.

[7] Που σημαίνει ότι για να καταφέρει ένας επαγγελματίας δικηγόρος να συγκεντρώσει μηνιαία καθαρή πρόσοδο 1.000,00 € (όσο δηλαδή ένας χαμηλόβαθμος ιδιωτικός υπάλληλος εταιρείας), θα πρέπει να συγκεντρώνει κατά μήνα το ποσό των € 3.855,05 σε δωδεκάμηνη βάση, ή το εξωπραγματικό ποσό των € 5.782,57 (!!) σε οκτάμηνη βάση, υπολογιζομένων και των δικαστικών διακοπών.

[8] Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι, παρά το γεγονός ότι η ενδεικτική αμοιβή στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας πλημμελημάτων (με απειλούμενες ποινές φυλάκισης μέχρι και πέντε έτη) είναι 143,91 € μετά ΦΠΑ, οι δε συνήθεις αμοιβές σπανίως υπερβαίνουν τα 300,00 € μετά ΦΠΑ, μόνον ένας στους τρεις κατηγορουμένους αναθέτει την υπεράσπισή του σε συνήγορο, το δε καθαρό κέρδος του τελευταίου από μια τέτοια υπόθεση, δεν υπερβαίνει τα  145 €. Πόσες τέτοιες υποθέσεις ανά μήνα πρέπει άραγε να δικάζει ο συνήγορος, για να επιτύχει το επιθυμητό οικονομικό αποτέλεσμα ;

[9] Το σύστημα είσπραξης και απόδοσης ΦΠΑ δημιουργεί καθαρή φορολογική επιβάρυνση στους επαγγελματίες δικηγόρους, καθώς έχουν ελάχιστα εκπιπτόμενα έξοδα, αντίστοιχα μικρά είναι και τα ποσά του φόρου εισροών που εκπίπτουν.

Ένημερωτικό σημείωμα σχετικά με την κατάργηση των παραβόλων προαγωγής δικηγόρων

Εισαγωγικά

(μπορείτε βρείτε το παρόν και σε .pdf για ευκολότερη εκτύπωση και ανάγνωση εδώ)

Το παρόν συντάσσεται τόσο για να ενημερωθούν όλοι οι συνάδελφοι (αντιμετωπίζοντας έτσι την αδυναμία μας να απαντήσουμε σε όλα τα μηνύματά τους ένα προς ένα) που ενδιαφέρονται, όσο και για την πληρότητα του δημοσίου διαλόγου για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Τον Ιούνιο του 2015 μία ομάδα συναδέλφων της ΠΕΔ (αποτελούμενη από τους: Ιωάννη Γκιτσάκη, Αγγελική Σαντή και Άγγελο Τσαλαπάτη), άρχισε να εξετάζει το καθεστώς προαγωγής των δικηγόρων, σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο, και ειδικότερα σύμφωνα με το νέο κώδικα δικηγόρων (ν. 4194/2013).

Όσο γινόταν η επεξεργασία της ιδέας, οι – γνωστές σε όλους μας – εξελίξεις με τα capital controls, δημοψηφίσματα και εκλογές, απέσπασαν την αποκλειστική προσοχή όλων μας από το θέμα.

Παρ’ όλ’ αυτά διαβάζοντας το νομοθετικό πλαίσιο, είχαμε ήδη καταλήξει ότι οι καινούργιες διατάξεις άφηναν ένα νομοθετικό κενό, που επιτρέπει στους δικηγόρους να προαχθούν χωρίς να καταβάλλουν οποιουδήποτε είδους εισφορές ή παράβολα.

Με το νέο δικαστικό έτος, επανήλθαμε στη μελέτη του θέματος, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του γράφοντος, ο οποίος απλά ένωσε τα κομμάτια της μελέτης των προαναφερθέντων σε μία αίτηση.

Αποφασίσουμε έτσι να το βάλουμε μπροστά. Δημιουργήθηκαν οι αντίστοιχες αιτήσεις (εδώ από παρά πρωτοδίκαις σε παρ’ Εφέταις, και εδώ από παρ’ Εφέταις σε παρ’ Αρείω), οι οποίες και κατατέθηκαν στους συλλόγους.

Παρακάτω εκθέτω

  • μία ανάλυση του νομικού πλαισίου που αφορά τις προαγωγές μας, τις αλλαγές που έχουν επέλθει σ’ αυτό, και τα επιχειρήματα που στηρίζουν το αίτημά μας για ατελείς προαγωγές
  • την αντίδραση των συλλόγων αλλά και της ολομέλειας στις αιτήσεις που έχουν κατατεθεί
  • συμπεράσματα που συνάγονται και τις επόμενες κινήσεις που αυτά υπαγορεύουν

Νομικό Καθεστώς

Αν και οι αιτήσεις μας (εδώ και εδώ) είναι αρκούντως αναλυτικές, χρήσιμη καθίσταται η περιληπτική έκθεση των αλλαγών του νομοθετικού καθεστώτος και των επιχειρημάτων που αντλούνται από αυτό.

Ως προς την εισφορά υπέρ ΤΑΝ

Ο εν λόγω ‘πόρος’, είχε επιβληθεί με τις διατάξεις των ΝΔ 4114/60, Ν. 1090/80, Ν.1512/85 και Ν.1759/88 και ΒΔ 795/72 για την προαγωγή σε Δικηγόρο Παρ’Εφέταις ή Παρ’Αρείω, και ισούται με το ποσό 5, 10, 15 αντίστοιχα ατομικών εισφορών ασφαλισμένου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για προαγωγή και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου εξέτασης της αίτησης από το ΔΣΑ.

Η ρύθμιση αυτή όπως και οι διατάξεις των εδαφίων ζ`, και κστ` της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.δ. 4114/1960, είχαν καταργηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 1090/1980, και είχαν επανέλθει σε ισχύ με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του  ν. 1512/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το ως άνω περιεχόμενο με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1759/1988 (Α` 50), με έναρξη ισχύος την 1.7.1986.

Ειδικότερα, στη σημερινή του μορφή, το – κατηργημένο σύμφωνα με την παρούσα αλληλουχία σκέψεων – άρθρο 10 παρ. 1 περ.θ του Ν.4114/1960 που έχει το εξής περιεχόμενο:

«θ) Από την εισφορά που οφείλεται, για την  προαγωγή  δικηγόρου  στο εφετείο και στον Αρειο Πάγο ή απευθείας στον Αρειο Πάγο, που είναι ίση με το ποσό πέντε (5), δέκα (10) και δεκαπέντε (15) αντίστοιχα ατομικών εισφορών  δικηγόρου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για προαγωγή. Η μη καταβολή των  παραπάνω  ποσών  συνεπάγεται  το  απαράδεκτο  της αίτησης διορισμού.»

Με το νέο Κώδικα Δικηγόρων, υποστηρίζουμε πως η ως άνω υποχρέωσή μας έχει καταργηθεί, και ειδικότερα, από το άρ.  άρθρο 166 του ν. 4194/2013, με τίτλο “Τελικές διατάξεις” που έχει ως εξής:

 «1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης.

2. Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235).

3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

Ενόψει δε της ρητής αυτής διατύπωσης του άρθρου 166 του Ν.4194/2013 περί ειδικότητας των διατάξεών του σε σχέση με κάθε άλλη διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, στο οποίο δεν προβλέπεται η καταβολή παραβόλου για τις προαγωγές των δικηγόρων συνάγεται κατά γραμματική ερμηνεία πως η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 θεωρείται καταργημένη με ειδικότερη και νεότερη διάταξη.

Η λήψη υπόψη των κριτηρίων που ο νόμος θέτει για την προαγωγή των Δικηγόρων περιγράφεται στο άρθρο 28 του Ν.4194/2013 και θέτει ως προϋποθέσεις δύο κριτήρια: το χρόνο παραμονής σε κάθε βαθμό και την ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας σε αυτό.

Ομοίως και υπό το κράτος το προηγούμενου καθεστώτος, δυνάμει των παρόμοιας διατύπωσης διατάξεων των άρθρων 35 και 36 του Ν.Δ 3026/1954 τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούνται ήταν δύο: ο χρόνος παραμονής σε κάθε βαθμό και η ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας. Μάλιστα, υπό το τότε νομοθετικό καθεστώς (βλ. άρ. 3 ν. 4448/1929 ΦΕΚ Α 344/14.9.1929) δεν είχε τεθεί ως πόρος του ταμείου ή ως όρος παραδεκτού της αίτησης προαγωγής του δικηγόρου σχετική εισφορά, γεγονός άλλωστε που οδήγησε στην αναγκαιότητα της θέσπισης του άρ. 10 περ. θ΄ ν. 4110/1960.

Η κρίση δε, επί της ευδοκίμου ασκήσεως της δικηγορίας εναπόκειται στα Διοικητικά Συμβούλια των Συλλόγων, με κριτήρια εκ των προτέρων καθορισμένα. Στο πνεύμα αυτό περιγράφεται και η θέση της νομολογίας με τη με αριθμό απόφαση ΣτΕ 4889/1998, όπου ρητώς κρίθηκε ότι  «Η κρίση δε περί μη προαγωγής, ως δυσμενής πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων τα οποία κατά την εκτίμηση του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιολογούν την κρίση περί ελλείψεως των ως άνω προσόντων σε βαθμό που να μη μπορεί ο κρινόμενος να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος του επομένου βαθμού».

Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 περί μη εξετάσεως αιτήματος προαγωγής λόγω απαραδέκτου ένεκα μη καταβολής εισφοράς στο ΤΑΝ προσκρούει στο Νόμο και στο Σύνταγμα, περιορίζοντας αναιτιολόγητα την επαγγελματική ελευθερία των Δικηγόρων.

Σε επίρρωση των επιχειρημάτων που αντλούνται από την ιστορική, την συστηματική ερμηνεία, αλλά και την τελολογική ερμηνεία, παραπέμπουμε στο κείμενο των αιτήσεων προς αποφυγή επαναλήψεων.

Ως προς το παράβολο υπέρ ΔΣΑ

Υπό το προηγούμενο καθεστώς του Ν.Δ 3026/1954 προβλεπόταν γραμμάτιο καταβολής που συγκεκριμένα από την κατηργημένη πλέον διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1:

«Ο αιτών την προαγωγήν Δικηγόρος δέον να ή μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του Δικαστηρίου, παρ’ ω αιτείται την προαγωγήν, εν δε τη προς τον Πρόεδρον του Συλλόγου τούτου εγγράφω αιτήσει δέον να συνυποβάλη γραμμάτιον καταβολής εις το Ταμείον του Συλλόγου δικαιωμάτων καθοριζομένων υπό του Δ.Συμβουλίου του άνω Συλλόγου και άπαντα τα επιστηρίζοντα ταύτην επίσημα έγγραφα ως και τα αποδεικνύοντα την κατά το άρθρ.35 ευδόκιμον άσκησιν του λειτουργήματος.».

Όπως καθίσταται φανερό, με την ως άνω διάταξη του άρθρου 166 του Ν.4194/2013, η διάταξη του αμέσως προαναφερθέντος άρθρου 35 Ν.Δ 3026/1954 έχει καταργηθεί, και μάλιστα ρητά (από την παράγραφο 2 του άρθρου 166), και απολείπεται πλέον η νομοθετική εξουσιοδότηση προς τα ΔΣ των Δικηγορικών Συλλόγων να καθορίζουν το οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό.

Η στάση των Συλλόγων και της Ολομέλειας

Οι προαναφερθείσες αιτήσεις ανέβηκαν σε πρώτη φάση στην κλειστή ομάδα της ΠΕΔ στο facebook.

Προς μεγάλη μας έκπληξη, αρκετοί συνάδελφοι πήραν τις αιτήσεις και τις κατέθεσαν για λογαριασμό τους. Πολύ σύντομα το ενδιαφέρον τους μας ανάγκασε να ανεβάσουμε τις αιτήσεις και στο blog της ΠΕΔ.

Οι περισσότερες σχετικές αιτήσεις – εξ όσων γνωρίζουμε – κατετέθησαν τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2015.

Μέχρι την Δευτέρα, 8.2.2016 δεν υπήρχε επίσημη απάντηση από κανένα σύλλογο, ήταν όμως σαφές πως η τεκμηρίωση του νομικού σκέλους θα απαιτούσε μία πιο διεξοδική συζήτηση του θέματος.

Από τότε, περιμέναμε νωχελικά την απάντηση των δικηγορικών συλλόγων.

Είχαμε κάποιες πληροφορίες για θετική εισήγηση / στάση κάποιων συλλόγων (και) μέσω facebook, χωρίς ωστόσο να υπάρξει απάντηση στις αιτήσεις των συναδέλφων.

Αυτά μέχρι τη Δευτέρα, 8.2.2016, οπότε και ο γράφων, κατόπιν αιτήσεώς του που είχε κατατεθεί από το Νοέμβριο του 2015, πήρε στα χέρια του αποσπάσματα των πρακτικών του προαναφερομένου ΔΣ του ΔΣΑ, αλλά και την Εισήγηση της Νομικής Υπηρεσίας του ΔΣΑ περί απόρριψης της αίτησης.

Αν και δε θεωρούμε σκόπιμη την πλήρη αναφορά στο σκεπτικό, χρήσιμο είναι να σημειώσουμε ότι η απόρριψη έλαβε χώρα με αιτιολογία που αφορούσε το θέμα των παραβόλων και όχι για κάποιο άλλο λόγο (πχ έλλειψη ευδοκίμου τετραετούς άσκησης κλπ).

Στις 22.1.2016, το θέμα τέθηκε στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας (βλ. εδώ την ανακοίνωση), ωστόσο στις ανακοινώσεις της Ολομέλειας ουδέν αναφέρθηκε περί του θέματος

Μόνη ενημέρωση που λάβαμε ήταν από το μέλος του ΔΣ του ΔΣΘ Ζήση Κλεισιάρη στο facebook, ο οποίος παρέθεσε την θετική εισήγηση του ΔΣ Χαλκιδικής (εδώ το κείμενο αυτής σε .pdf) με το εξής σχόλιο:

«Η αναλυτική και εμπεριστατωμένη εισήγηση του προέδρου του ΔΣ Χαλκιδικής στην Ολομέλεια, για τα παράβολα προαγωγής, η οποία όμως δεν υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια….Είναι νομίζω έτοιμη προσφυγή….Πάντως, τα ΔΣ των κατά τόπους Συλλόγων, μπορούν να αποφασίσουν κυριαρχικά επί του θέματος….»

Από άλλες σχετικές αναρτήσεις μέσα στις δικηγορικές ομάδες, αλλά και πληροφορίες που έφτασαν σε εμάς, η Ολομέλεια φαίνεται να θεώρησε πως το θέμα απαιτεί «νομοθετική παρέμβαση», χωρίς να ξεκαθαρίζει προς ποια κατεύθυνση και για ποιο λόγο.

Συμπεράσματα – Επόμενα Βήματα

Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει ένα νομοθετικό κενό, τουλάχιστον στα μάτια όλων όσων έχουν μελετήσει το θέμα. Μπορεί οι απόψεις για τις συνέπειές του να διίστανται, ωστόσο όλοι συμφωνούν υπάρχει ένα παράθυρο που όλες οι νομοπαρασκευαστικές που ασχολήθηκαν με τον Κώδικα Δικηγόρων παρέβλεψαν, και που μετά από μετά από πέντε συνεχείς τροποποιήσεις του [με τους Ν. 4205/2013 (Α’ 242), 4236/2014 (Α’ 33), 4254/2014 (Α’ 85), 4267/2014 (Α’ 137) και 4285/2014 (Α’ 191)] συνεχίζει να υφίσταται.

Είναι πιθανό ότι κατά την ψήφιση του Κώδικα Δικηγόρων και κατά την τροποποίηση αυτού από παράβλεψη να μην διατυπώθηκαν επιφυλάξεις για την διατήρηση σε ισχύ των ανωτέρω διατάξεων, με τις οποίες επιβλήθηκαν τόσο το παράβολο υπερ του ΤΝ όσο και το γραμμάτιο υπερ του εκάστοτε Συλλόγου.

Επειδή είναι πιθανή η εκ νέου τροποποίηση των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, ήδη ο ΔΣΑ έχει εκφράσει την επιθυμία του να γίνουν τροποποιήσεις του Κώδικα, οπωσδήποτε για το θέμα των πειθαρχικών Συμβουλίων, θεωρούμε σκόπιμο (αν όχι επιβεβλημένο) – για όσους το επιθυμούν να καταθέσουν την αίτηση και να ακολουθήσουν στην προσφυγή – να καταθέσουν την αίτηση (ει δυνατόν και την αίτηση ακύρωσης) για να προλάβουν την όποια πιθανή νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος (αν τελικά οι προαναφερθείσες πληροφορίες ευσταθούν).

Θεωρούμε άλλωστε εκ προοιμίου ότι η δικαστική προσφυγή ίσως να είναι μονόδρομος.

Το αμέσως επόμενο βήμα μας είναι η ολοκλήρωση της σχετικής αίτησης ακύρωσης, η ανάρτηση του κειμένου της και η κατάθεσή της.

Καλούμε όσους συναδέλφους συμφωνούν και ενδιαφέρονται, να μείνουν συντονισμένοι στην ομάδα και στο blawg μας, όπου θα ανακοινώνουμε αμελλητί κάθε καινούργια εξέλιξη.

Με τιμή,

Σπυρίδων Α. Αδάμ,

Δικηγόρος Αθηνών,

Μέλος ΠΕΔ

Αθήνα, 18.2.2016

Προτάσεις επί των διατάξεων του προσχεδίου νόμου για το Ασφαλιστικό

cropped-cf80ceb5ceb4-cf83cf84ceb1cf81cf84-cf84ceb5cf84cf81ceb1ceb3cf89cebdcebf1.png

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ (Π.Ε.Δ.)

ΠΡΟΣ: Το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Κοινοποιούμενη: Προς την Ολομέλεια Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας

ΘΕΜΑ: Προτάσεις επί των διατάξεων του προσχεδίου νόμου με τίτλο: «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης – Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης», αναφορικά με το ζήτημα των ασφαλιστικών εισφορών των δικηγόρων

Α] ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όπως είναι γνωστό, η μεγάλη πλειοψηφία των δικηγόρων και η συντριπτική πλειοψηφία των νέων δικηγόρων (ασφαλισμένων μετά το 1993) δυσκολεύονται ή ακόμα και αδυνατούν να καταβάλουν τις ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές τους προς το Ε.Τ.Α.Α. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν υποβληθεί χιλιάδες αιτήσεις δικηγόρων προς το Ε.Τ.Α.Α. για ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους από ασφαλιστικές εισφορές, ενώ κατά τα τελευταία χρόνια περισσότεροι από τους μισούς δικηγόρους δεν καταβάλουν τις ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές τους, τόσο για τον Τομέα Υγείας, όσο και για τον Τομέα Ασφάλισης Νομικών.

Τα αίτια της παραπάνω αδυναμίας της πλειοψηφίας των δικηγόρων να ανταποκριθούν στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών τους, δεν πρέπει να αναζητηθούν μόνο στη γενική οικονομική κατάσταση της χώρας, ούτε και στις συνθήκες άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος κατά την τελευταία επταετία (περιορισμός της επαγγελματικής ύλης, θεαματική αύξηση του κόστους πρόσβασης στη δικαιοσύνη, επιβολή Φ.Π.Α. στην παροχή νομικών υπηρεσιών, υψηλή φορολόγηση, επιβολή τέλους επιτηδεύματος κ.ά.), αλλά και στο ύψος των επιβαλλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, τον τρόπο προσδιορισμού τους (χωρίς σύνδεση με το φορολογητέο εισόδημα) και την ανά τριετία υποχρεωτική μετάταξη των νέων ασφαλισμένων δικηγόρων σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 15 του ν. 3986/2011.

Άμεση συνέπεια όλων των ανωτέρω αναμένεται να είναι η μαζική έξοδος των δικηγόρων από το επάγγελμα, η οποία είτε θα οδηγήσει μελλοντικά στην κατάρρευση του Τομέα Ασφάλισης Νομικών είτε θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη βιωσιμότητα του προβλεπόμενου νέου Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α) στο άμεσο μέλλον, καθώς τα ίδια ζητήματα και για τους ίδιους λόγους, αντιμετωπίζουν και οι ασφαλισμένοι στους υπόλοιπους Τομείς του Ε.Τ.Α.Α., αλλά και οι ασφαλισμένοι του Ο.Α.Ε.Ε.

Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί δική μας αυθαίρετη πρόβλεψη, αλλά τεκμηριωμένη εκτίμηση του ίδιου του Ε.Τ.Α.Α., σε δελτίο τύπου του οποίου, με ημερομηνία 1-10-2012, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: «Χωρίς το Ταμείο μας να ερωτηθεί και χωρίς προηγούμενη αναλογιστική μελέτη, επιβλήθηκαν από την Πολιτεία αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών σε ένα πλεονασματικό Ταμείο, που είχαν αντίθετο αποτέλεσμα στις εισπράξεις μας, αφού ολοένα και περισσότεροι (νέοι κυρίως) Μηχανικοί, Υγειονομικοί και Νομικοί αποχωρούν από το λειτούργημά τους, αδυνατώντας να καλύψουν τις ασφαλιστικές εισφορές τους, με τους φορείς αλλά και την διοίκηση του ΕΤΑΑ ενάντια στις αυξήσεις». Και το δελτίο τύπου καταλήγει υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα να αποκατασταθεί η «δυνατότητα επιλογής του ασφαλισμένου όπως ισχύει σε όλους τους υπόλοιπους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης της ασφαλιστικής κατηγορίας ένταξης τους», δηλαδή η κατάργηση του άρθρου 44 παρ. 15 του ν. 3986/2011 ή η εξαίρεση και των ασφαλισμένων του Ε.Τ.Α.Α. από την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

Η αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων (επαγγελματικής επιβίωσης) των δικηγόρων ασφαλισμένων του Ε.Τ.Α.Α. θα πρέπει να κινηθεί σε τρεις βασικούς άξονες:

(1) Την αντικατάσταση του υπάρχοντος συστήματος υπολογισμού των εισφορών των ασφαλισμένων του Ε.Τ.Α.Α. από ένα νέο δικαιότερο σύστημα, στο οποίο οι ασφαλιστικές εισφορές θα υπολογίζονται αναλογικά με βάση το φορολογητέο εισόδημα του ασφαλισμένου, όπως συμβαίνει σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ενδεικτικά, Μεγάλη Βρετανία, Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία, Σουηδία, Κύπρος και Λουξεμβούργο κ.ά.).

πηγή: http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=858&langId=el

(2) Την κατάργηση της αντισυνταγματικής διάκρισης των ασφαλισμένων ανάμεσα σε παλαιούς (προ του 1993) και νέους (μετά το 1993) ασφαλισμένους, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την καταβολή υψηλότερων ασφαλιστικών εισφορών από τους νέους ασφαλισμένους, παρά την προσδοκία χαμηλότερων συντάξεων.

(3) Την αναγνώριση νομικά της ιδιότητας του «μη δυναμένου να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές», με τη θέσπιση ενός «ανεισφορολόγητου» ποσού για δικηγόρους με μηδενικά φορολογητέα εισοδήματα ή με ένα ελάχιστο πραγματικό φορολογητέο εισόδημα από την άσκηση του λειτουργήματός τους (π.χ. κάτω των 3.000 ευρώ).

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπιστώνουμε ότι στο προσχέδιο νόμου του Υπουργείου σας υιοθετείται καταρχήν η βασική αρχή της σύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το φορολογητέο εισόδημα. Πράγματι, στο άρθρο 53 παρ. 1 προβλέπεται η καταβολή μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς σε ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος. Πλην, όμως, η εισφορά αυτή καθορίζεται σε ποσοστό 20% για την κύρια σύνταξη (άρθρο 53 παρ. 1), 7,5% για την επικουρική σύνταξη (άρθρο 50 παρ. 2) και 6,95% για την υγειονομική περίθαλψη (άρθρο 57 παρ. 2). Προκύπτει δηλαδή ένα συνολικό ποσό επιβάρυνσης σε ποσοστό 34,45% επί του φορολογητέου εισοδήματος, η οποία αποτελεί υπέρμετρη και υπερβολική επιβάρυνση, ειδικά εφόσον συνδυαστεί με την αντίστοιχη φορολόγηση των εισοδημάτων των δικηγόρων (26% και 33%), την οφειλόμενη προκαταβολή φόρου εισοδήματος (75% για το 2015 και 100% από το 2016), την επιβολή Φ.Π.Α. 23% επί των δικηγορικών πράξεων, το τέλος επιτηδεύματος (650 ευρώ), την εισφορά αλληλεγγύης και τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις, όπως ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας κ.ά. Προκύπτει δηλαδή ένα συνολικό οφειλόμενο στο Κράτος ποσό το οποίο υπερβαίνει το 100% του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων, γεγονός που καθιστά οικονομικά ασύμφορη την άσκηση του λειτουργήματος του δικηγόρου ή ακόμα και την παραμονή και εργασία μας στη Χώρα.

Παράλληλα, στο προσχέδιο νόμου προβλέπεται, αφενός η θεσμοθέτηση ενός κατώτατου ορίου καταβαλλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 53 παρ. 2), το οποίο συνδέεται με τον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα 586,08 ευρώ) και αφετέρου, η πρόβλεψη ενός ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 52 παρ. 2), το οποίο συνδέεται με το δεκαπλάσιο του εκάστοτε προβλεπόμενου ως άνω κατώτατου μισθού.

Η σύνδεση αυτή του κατώτατου και του ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών με τον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, δηλαδή ουσιαστικά με τις ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. που αντιστοιχούν στο μισθό αυτό, είναι καταρχήν ορθή, τη στιγμή που προβλέπεται η σύσταση ενός ενιαίου Ταμείου με ενιαίους κανόνες εισφορών και παροχών. Πλην, όμως, το προσχέδιο νόμου του Υπουργείου σας δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών προς το Ι.Κ.Α. δεν καταβάλλονται από αυτούς στο σύνολό τους, παρά μόνον εν μέρει (εργατικές). Οι υπόλοιπες (που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος αυτών) καταβάλλονται από τον εργοδότη τους (εργοδοτικές). Σε αντίθεση λοιπόν με όσα ισχύουν για τους μισθωτούς, εμείς οι δικηγόροι, αλλά και εν γένει οι ελεύθεροι επαγγελματίες, καλούμαστε να καταβάλουμε μόνοι μας και τις «εργατικές» και τις «εργοδοτικές» ασφαλιστικές εισφορές, που αντιστοιχούν στο 34,45% του φορολογητέου εισοδήματός μας. Εδώ έγκειται και η μεγαλύτερη αδικία του προσχεδίου νόμου, η οποία προκαλεί ήδη τις οργισμένες αντιδράσεις όλων των ελευθέρων επαγγελματιών. Για την αντιμετώπιση της κατάφωρης αυτής αδικίας, προτείνουμε τα ακόλουθα:

Β] ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

(1) Πρόβλεψη ατομικής εισφοράς 6,77% και συλλογικής εισφοράς 13,33% σε όλα τα γραμμάτια εισφορών

Προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης όλων των ασφαλισμένων (εργαζομένων και ελευθέρων επαγγελματιών) του νέου ενιαίου Ταμείου, θα πρέπει και εμείς (δικηγόροι και εν γένει ελεύθεροι επαγγελματίες) να επιβαρυνθούμε μόνο με τα ποσά που αντιστοιχούν στις εργατικές εισφορές των μισθωτών (άρθρο 52 παρ. 1), δηλαδή οι ατομικές εισφορές μας να καθοριστούν σε ποσοστό 6,67% επί του φορολογητέου εισοδήματός μας και όχι σε ποσοστό 20%, όπως προβλέπεται στο άρθρο 53 παρ. 1 του προσχεδίου νόμου (ατομική εισφορά). Τα ποσά αυτά θα εισπράττονται σε ατομικό επίπεδο μέσω των γραμματίων εισφορών που εκδίδουμε και το υπόλοιπο θα καταβάλλεται σε χρήμα, όπως προβλέπει το άρθρο 53 παρ. 6.

Απομένει να καλυφθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 13,33% (άρθρο 52 παρ. 1). Προτείνεται το ποσό αυτό να καλυφθεί συλλογικά μέσω των γραμματίων εισφορών, δηλαδή να προβλεφθεί ένα σταθερό ποσοστό 13,33% σε κάθε γραμμάτιο, προκειμένου να καλυφθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών (συλλογική εισφορά). Τονίζεται, όμως, ότι το ποσό αυτό δεν θα συγκεντρώνεται ατομικά για κάθε ασφαλισμένο δικηγόρο, όπως αυτό της ατομικής εισφοράς 6,77% που αντιστοιχεί στην «εργατική» εισφορά, αλλά θα συγκεντρώνεται συνολικά για όλους τους δικηγόρους, ανεξαρτήτως του ποιος δικηγόρος εκδίδει το συγκεκριμένο γραμμάτιο εισφορών και πόσα γραμμάτια εισφορών εκδίδει ο καθένας. Το ποσό αυτό (συλλογική εισφορά), το οποίο θα παρακρατείται από τα γραμμάτια εισφορών, θα αποδίδεται κάθε μήνα συγκεντρωτικά από τους Δικηγορικούς Συλλόγους και θα καλύπτει την «εργοδοτική» εισφορά, συνολικά για όλα τα μέλη κάθε Συλλόγου και όχι ατομικά για κάθε δικηγόρο (γιατί, δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί δικηγόροι που δεν έχουν καθόλου παραστάσεις σε δικαστήρια και επομένως δεν εκδίδουν κανένα γραμμάτιο). Με τον τρόπο αυτό θα καλύπτεται σε πανελλαδικό επίπεδο η συλλογική εισφορά των δικηγόρων, δηλαδή το ποσό που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών, και οι δικηγόροι θα επιβαρυνόμαστε ατομικά μόνο με το ποσό της ατομικής εισφοράς (6,77%) που αντιστοιχεί στην εργατική εισφορά των μισθωτών, όπως δηλαδή και οι μισθωτοί (σήμερα ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ). Σε περίπτωση που το ποσό αυτό της συλλογικής εισφοράς (13,77%), που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών κριθεί ότι δεν είναι επαρκές, τότε μπορεί να προσαυξηθεί και με άλλους πόρους, όπως, λ.χ. με την απόδοση ποσοστού από τα ήδη υπάρχοντα παράβολα δίκης (όχι με την αύξησή τους), με την απόδοση ποσοστού από την ετήσια εισφορά των δικηγόρων στους Δικηγορικούς Συλλόγους κ.ά. Πιστεύουμε, όμως, ότι ακόμη και αν το ποσό της συλλογικής αυτής εισφοράς κριθεί ανεπαρκές, το πιθανό αυτό έλλειμμα θα αντισταθμιστεί από το αντίστοιχο πλεόνασμα της ατομικής εισφοράς, καθώς αυτή, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό 6,77% και όχι σε ποσοστό 20%, θα εμφανίσει ποσοστά υψηλής, αν όχι καθολικής, εισπραξιμότητας.

Συνοψίζοντας, προτείνεται, η ατομική επιβάρυνση των δικηγόρων (και εν γένει των ελευθέρων επαγγελματιών) με ατομική εισφορά σε ποσοστό 6,67% επί του φορολογητέου εισοδήματος (όση και η εργατική εισφορά των μισθωτών).

Το δε ποσοστό του 20% που προβλέπεται υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α. σε κάθε γραμμάτιο ανά δικηγορική πράξη ή παράσταση (άρθρο 53 παρ. 6), να διαχωρίζεται:

α) Σε ποσοστό 6,67%, το οποίο θα παρακρατείται και θα αποδίδεται από το Δικηγορικό Σύλλογο ατομικά για το δικηγόρο που εκδίδει το συγκεκριμένο γραμμάτιο, δηλαδή ως ατομική του εισφορά (αντίστοιχη της εργατικής εισφοράς των μισθωτών). Και

β) Σε ποσοστό 13,33%, το οποίο θα παρακρατείται και θα αποδίδεται από το Δικηγορικό Σύλλογο συλλογικά για όλους τους δικηγόρους μέλη του και όχι για το δικηγόρο που εκδίδει το συγκεκριμένο γραμμάτιο, δηλαδή ως συλλογική εισφορά (αντίστοιχη της εργοδοτικής εισφοράς των μισθωτών).

(2) Πρόβλεψη κλιμακωτού κατώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών

Όπως προαναφέρθηκε, το προσχέδιο νόμου προβλέπει μόνο ένα κατώτατο όριο ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 53 παρ. 2), παίρνοντας ως βάση υπολογισμού τον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα 586,08 ευρώ). Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η συνολική επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται στο 34,45% του φορολογητέου εισοδήματος, προκύπτει ένα ελάχιστο ποσό εισφοράς ύψους 2.422,85 ευρώ + 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ (άρθρο 53 παρ. 8). Η πρόβλεψη του κατώτατου αυτού ορίου συνιστά αδικία για τους δικηγόρους (και εν γένει για τους ελεύθερους επαγγελματίες) που έχουν ζημιά, μηδενικό εισόδημα ή χαμηλά εισοδήματα (κάτω του ορίου της φτώχειας).

Για την αντιμετώπιση της αδικίας αυτής προτείνεται η θέσπιση κλιμακωτού κατώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών, ως ακολούθως:

α) Να προβλεφθεί ένα «ανεισφορολόγητο» για όσους έχουν ζημιά ή μηδενικό εισόδημα.

β) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το ήμισυ του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα έως 7.000 ευρώ (έχουν δηλαδή εισόδημα ίσο με αυτό ενός εργαζομένου του ιδιωτικού τομέα που αμείβεται με το βασικό μισθό). Με τον τρόπο αυτό προκύπτει κατώτατο όριο εισφορών 1.211,43 ευρώ. Το όριο αυτό προτείνεται και για τους νέους δικηγόρους που δεν έχουν συμπληρώσει πενταετία, ανεξαρτήτως εισοδήματος.

γ) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού ο βασικός μισθός για όσους έχουν εισόδημα από 7.000 έως 14.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει κατώτατο όριο εισφορών 2.422,85 ευρώ. Και

δ) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το διπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα από 14.000 έως 25.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει κατώτατο όριο εισφορών 4.845,70 ευρώ.

Από κει και πάνω, οι εισφορές θα καταβάλλονται ανάλογα με το φορολογητέο εισόδημα, όπως προβλέπεται και στο προσχέδιο νόμου.

(3) Πρόβλεψη κλιμακωτού ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών

Όπως προαναφέρθηκε, το προσχέδιο νόμου προβλέπει μόνο ένα ανώτατο όριο ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 52 παρ. 2), παίρνοντας ως βάση υπολογισμού το δεκαπλάσιο του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα 5.860,80 ευρώ). Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η συνολική επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται στο 34,45% του φορολογητέου εισοδήματος, προκύπτει ένα ανώτατο ποσό εισφοράς ύψους 24.228,55 ευρώ + 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ, το οποίο χαρακτηρίζεται ως υπέρογκο και εξωπραγματικό για φορολογητέο εισόδημα περίπου 70.000 ευρώ.

Για την αντιμετώπιση της αδικίας αυτής προτείνεται η θέσπιση κλιμακωτού ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών, ως ακολούθως:

α) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το πενταπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα έως 100.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει ανώτατο όριο εισφορών 12.114,28 ευρώ. Και

β) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το δεκαπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει ανώτατο όριο εισφορών 24.228,55 ευρώ.

(4) Υπολογισμός με βάση τον καθαρό και όχι το μικτό βασικό μισθό

Όπως προαναφέρθηκε, ο προσχέδιο νόμου προβλέπει ένα κατώτατο και ένα ανώτατο όριο εισφορών, παίρνοντας ως βάση υπολογισμού τον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατου βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Δεν εξειδικεύεται όμως αν πρόκειται για το μικτό ή για τον καθαρό μισθό. Θεωρούμε εσφαλμένο τον υπολογισμό με βάση το μικτό μισθό, καθώς ο μικτός μισθός του μισθωτού – ασφαλισμένου σήμερα στο Ι.Κ.Α. εμπεριέχει και τις ασφαλιστικές εισφορές του (εργατικές). Εφόσον ο βασικός μισθός αυτού λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού των κατώτατων και ανώτατων ασφαλιστικών εισφορών των δικηγόρων (και των λοιπών ελευθέρων επαγγελματιών), είναι ορθότερο να ληφθεί ως βάση υπολογισμού ο καθαρός μισθός (σήμερα 507,42 ευρώ), που δεν περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές εισφορές του μισθωτού. Έτσι, η κατώτατη ετήσια εισφορά των δικηγόρων θα διαμορφωθεί σε 2.097,67 ευρώ και η ανώτατη σε 20.976,74 (με βάση πάντα όσα προβλέπονται στο προσχέδιο νόμου).

(5) Υπολογισμός με βάση το καθαρό πραγματικό φορολογητέο εισόδημα από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς μας

Στο άρθρο 53 παρ. 1 του προσχεδίου νόμου αναφέρεται ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες καταβάλλουν «μηνιαία ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης, ύψους 20% επί του μηνιαίου εισοδήματός τους, όπως αυτό καθορίζεται … με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα, από την ασκούμενη δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος». Θέλουμε να πιστεύουμε ότι με τη διατύπωση αυτή ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται:

α) Tο καθαρό φορολογητέο εισόδημα (κέρδη) και όχι τα ακαθάριστα έσοδα (τζίρος).

β) Το πραγματικό φορολογητέο εισόδημα (δηλωθέν) και όχι το τεκμαρτό. Και

γ) Το φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής μας δραστηριότητας και μόνο και όχι το εισόδημα που προκύπτει από άλλες πηγές (π.χ. ενοίκια κλπ.).

Κάθε άλλη αντίθετη ερμηνεία της παραπάνω διατάξεως οδηγεί σε υπέρμετρες, υπέρογκες και παράλογες ασφαλιστικές εισφορές.

(6) Υπολογισμός των ασφαλιστικών εισφορών των ετών 2015 – 2016 των νέων δικηγόρων (μετά το 1993) με βάση την προβλεπόμενη στο προσχέδιο νόμου κατώτατη εισφορά

Οι νέοι δικηγόροι μετά το 1993, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει περισσότερα από 5 έτη ασφάλισης, καλούνται να καταβάλουν για τα έτη 2015 και 2016 τις υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στην 3η ασφαλιστική κατηγορία.

Το Υπουργείο σας, αναγνωρίζοντας το πρόβλημα αυτό, προέβλεψε, με το άρθρο 39 του ν. 4331/2015, τη δυνατότητα των ασφαλισμένων αυτών να επιλέξουν κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία για τα έτη 2015 και 2016. Με βάση τη διάταξη αυτή υποβλήθηκαν στο Ε.Τ.Α.Α. χιλιάδες αιτήσεις νέων δικηγόρων για την υπαγωγή τους στην 1η ασφαλιστική κατηγορία. Δυστυχώς, κατόπιν επιταγών των «Θεσμών», η διάταξη αυτή καταργήθηκε αναδρομικά με το άρθρο 21 του ν. 4337/2015. Έτσι, οι νέοι αυτοί ασφαλισμένοι καλούνται σήμερα να πληρώσουν για τα έτη αυτά υπέρογκα ποσά ασφαλιστικών εισφορών που υπερβαίνουν τις 4.200 ευρώ, ακόμα και αν έχουν μηδενικό εισόδημα.

Μετά την κατάργηση της δυνατότητας επιλογής κατώτερης ασφαλιστικής κατηγορίας για τα έτη 2015 – 2016, δηλώσατε ότι το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί θα αντιμετωπιστεί με το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο. Πλην, όμως, στο προσχέδιο νόμου του Υπουργείου σας δεν αντιμετωπίζεται τελικά το ζήτημα αυτό.

Για την αντιμετώπιση της αδικίας αυτής προτείνεται η θέσπιση μεταβατικής διάταξης, με την οποία θα προβλέπεται, ότι οι νέοι ασφαλισμένοι δικηγόροι (μετά το 1993) άνω της πενταετίας θα καταβάλλουν για τα έτη 2015 και 2016 το ποσό της κατώτατης ασφαλιστικής εισφοράς που ορίζεται στο άρθρο 53 παρ. 2 του προσχεδίου νόμου, ανεξαρτήτως του ύψους του φορολογητέου εισοδήματός τους. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει η καταβολή για τα έτη αυτά ασφαλιστικών εισφορών ύψους 2.422,52 ευρώ + 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ. Το ποσό αυτό είναι πάνω κάτω αντίστοιχο με το ποσό της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας, την οποία επέλεγαν μαζικά οι ασφαλισμένοι αυτοί, σύμφωνα με τη δυνατότητα που τους δόθηκε από τη καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 39 του ν. 4331/2015.

Αίτηση προαγωγής ατελώς (από παρ’ Εφέταις σε παρ’ Αρείω)

Μπορείτε να δείτε το έγγραφο σε μορφή .doc κάνοντας κλικ εδώ

ΠΡΟΣ ΤΟ Δ.Σ. ΤΟΥ ΔΣ…

ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ

Του/ Της ………………………………

– – – – / / – – – –

Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν.4194/2013  “4. Ο δικηγόρος μετά την προαγωγή του στο εφετείο και την πάροδο τεσσάρων (4) ετών ευδόκιμης άσκησης δικηγορίας σε αυτό, μπορεί να ζητήσει την προαγωγή του, ώστε να αποκτήσει δικαίωμα παράστασης σε οποιοδήποτε ανώτατο δικαστήριο της χώρας”, ενώ σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου, “Για τις παραπάνω προαγωγές ή μη αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Συλλόγου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, αφού οριστεί ένα μέλος του ως Εισηγητής. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου γνωστοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.”

Με την παρούσα αιτούμαι την προαγωγή μου ώστε να παρίσταμαι σε οποιοδήποτε Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, δεδομένου ότι έχω συμπληρώσει 4 έτη ευδόκιμης άσκησης της Δικηγορίας ενώπιον των Εφετείων, και συνεχίζω μέχρι σήμερα να ασκώ το λειτούργημα του δικηγόρου ευδοκίμως, επομένως, πληρώ τις προϋποθέσεις του νόμου, όπως αυτές αμέσως ως άνω εκτέθηκαν.

Τα παραπάνω δε, ο ΔΣ… μπορεί (ιδίως μετά την εισαγωγή του άρ. 12 του N. 4325/2015 «Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης – Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας και Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Αποκατάσταση αδικιών και άλλες διατάξεις.» ΦΕΚ Α΄ 47/11.05.2015, οι διατάξεις του οποίου αποκτούν πλήρη εφαρμογή στις 12.11.2015) να τα εξακριβώσει με ευχέρεια από το μηχανογραφικό του σύστημα, ενώ προς άρση πάσης αμφιβολίας παρέχω ρητά εξουσιοδότηση προς το Σύλλογο και τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΔΣΑ να αναζητήσουν τα σχετικά με την παρούσα αίτησή μου δεδομένα μου.

Επιπρόσθετα δε, η παρούσα κατατίθεται νομίμως και πρέπει να εξετασθεί, δίχως να έχει καταβληθεί η καταργηθείσα με το άρ. 166 του ν. 4191/2013 εισφορά προς το ΤΑΝ, η οποία είχε επιβληθεί με τις διατάξεις των ΝΔ 4114/60, Ν. 1090/80, Ν.1512/85 και Ν.1759/88 και ΒΔ 795/72 για την προαγωγή σε Δικηγόρο Παρ’Εφέταις ή Παρ’Αρείω, η οποία ισούται με το ποσό 5, 10, 15 αντίστοιχα ατομικών εισφορών ασφαλισμένου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για προαγωγή και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου εξέτασης της αίτησης από το ΔΣΑ.

Η σχετική εισφορά, άλλωστε, είχε επιβληθεί σε ένα τελείως διαφορετικό οικονομικό και φορολογικό καθεστώς, σε ό,τι αφορά το λειτούργημα του δικηγόρου, ως πόρος του ταμείου με το (κατηργημένο πλέον) άρθρο 10 παρ. 1 περ.θ του Ν.4114/1960 που είχε το εξής περιεχόμενο: «θ) Από την εισφορά που οφείλεται, για την  προαγωγή  δικηγόρου  στο εφετείο και στον Αρειο Πάγο ή απευθείας στον Αρειο Πάγο, που είναι ίση με το ποσό πέντε (5), δέκα (10) και δεκαπέντε (15) αντίστοιχα ατομικών εισφορών  δικηγόρου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για προαγωγή. Η μη καταβολή των  παραπάνω  ποσών  συνεπάγεται  το  απαράδεκτο  της αίτησης διορισμού.» Η ρύθμιση αυτή όπως και οι διατάξεις των εδαφίων ζ`, και κστ` της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.δ. 4114/1960, είχαν καταργηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 1090/1980, και είχαν επανέλθει σε ισχύ με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του  ν. 1512/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το ως άνω περιεχόμενο με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1759/1988 (Α` 50), με έναρξη ισχύος την 1.7.1986.

 

Ειδικότερα, το άρ.  άρθρο 166 του ν. 4194/2013, με τίτλο “Τελικές διατάξεις” έχει ως εξής: “1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης. 2. Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235). 3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”.

 

Ενόψει δε της ρητής αυτής διατύπωσης του άρθρου 166 του Ν.4194/2013 περί ειδικότητας των διατάξεών του σε σχέση με κάθε άλλη διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, στο οποίο δεν προβλέπεται η καταβολή παραβόλου για τις προαγωγές των δικηγόρων συνάγεται πως η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960  έχει πλέον καταργηθεί, εφόσον επακολούθησε ειδικότερη και νεότερη διάταξη που ρυθμίζει τον τρόπο και το καθεστώς προαγωγής, χωρίς να διατηρεί σε ισχύ την καταργημένη, πλέον, διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960.

Εξάλλου, ο νέος Κώδικας Δικηγόρων, συνυπογράφεται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, το οποίο σημαίνει πως εκφράστηκε η νομοθετική βούληση του Υπουργού, ως προς το κείμενο του νόμου και ως προς τις προϋποθέσεις που αυτός ήθελε να θέσει. Ως εκ τούτου η απουσία αναφοράς της διατήρησης της προϋπάρχουσας προϋπόθεσης για την καταβολή της εισφοράς υπέρ του Ταμείου Νομικών, δηλώνει σαφώς την επιθυμία να καταργηθεί η σχετική εισφορά.

Η λήψη υπόψη των κριτηρίων που ο νόμος θέτει για την προαγωγή των Δικηγόρων περιγράφεται στο άρθρο 28 του Ν.4194/2013 και θέτει ως προϋποθέσεις δύο κριτήρια: (α) το χρόνο παραμονής σε κάθε βαθμό και (β) την ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας στον βαθμό από τον οποίο ζητείται η προαγωγή.

Ομοίως και υπό το κράτος το προηγούμενου καθεστώτος, δυνάμει των παρόμοιας διατύπωσης διατάξεων των άρθρων 35 και 36 του Ν.Δ 3026/1954 τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούνται ήταν δύο: ο χρόνος παραμονής σε κάθε βαθμό και η ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας. Μάλιστα, υπό το τότε νομοθετικό καθεστώς (βλ. άρ. 3 ν. 4448/1929 ΦΕΚ Α 344/14.9.1929) δεν είχε τεθεί ως πόρος του ταμείου ή ως όρος παραδεκτού της αίτησης προαγωγής του δικηγόρου σχετική εισφορά, γεγονός άλλωστε που οδήγησε στην αναγκαιότητα της θέσπισης του άρ. 10 περ. θ΄ ν. 4110/1960.

Η κρίση δε, επί της ευδοκίμου ασκήσεως της δικηγορίας εναπόκειται στα Διοικητικά Συμβούλια των Συλλόγων, με κριτήρια εκ των προτέρων καθορισμένα. Στο πνεύμα αυτό περιγράφεται και η θέση της νομολογίας με τη με αριθμό απόφαση ΣτΕ 4889/1998, όπου ρητώς κρίθηκε ότι  «Η κρίση δε περί μη προαγωγής, ως δυσμενής πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων τα οποία κατά την εκτίμηση του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιολογούν την κρίση περί ελλείψεως των ως άνω προσόντων σε βαθμό που να μη μπορεί ο κρινόμενος να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος του επομένου βαθμού».
Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 περί μη εξετάσεως αιτήματος προαγωγής λόγω απαραδέκτου ένεκα μη καταβολής εισφοράς στο ΤΑΝ προσκρούει στο Νόμο και στο Σύνταγμα, περιορίζοντας αναιτιολόγητα την επαγγελματική ελευθερία των Δικηγόρων.

Θα πρέπει εξάλλου να τονιστεί ιδιαιτέρως, πως στο Δικηγόρο που έχει δικαίωμα να παρασταθεί στο Εφετείο, δεν δίνεται η δυνατότητα να παρασταθεί, κατ΄ εξαίρεση, στον ΑΠ για ποινικές υποθέσεις που έχει χειριστεί στον προηγούμενο βαθμό, κατ’ αναλογία προς τον Δικηγόρο που παρίσταται στο Πρωτοδικείο, προκαλώντας αφενός μεν συνταγματική ανισότητα που δεν δικαιολογείται, αφετέρου προκαλώντας σαφή περιορισμό στην άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 4§1 και 5§1 του Συντάγματος.

Σε επίρρωση των επιχειρημάτων που αντλούνται από την ιστορική και συστηματική ερμηνεία, σε κανένα σημείο της αιτιολογικής έκθεσης  αναφέρεται επιφύλαξη επί του συγκεκριμένου άρθρου (28) του Κώδικα Δικηγόρων, ενώ μετά από πέντε συνεχείς τροποποιήσεις του [με τους Ν. 4205/2013 (Α’ 242), 4236/2014 (Α’ 33), 4254/2014 (Α’ 85), 4267/2014 (Α’ 137) και 4285/2014 (Α’ 191)] είναι πλέον αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως ο νομοθέτης ήθελε να εκφραστεί διαφορετικά και δεν το έκανε. Σημειώνεται εξάλλου ότι δεν καταλείπεται σε απόφαση Υπουργού (Δικαιοσύνης ή Οικονομικών ή και των δύο) το δικαίωμα να επιβάλει τέλος το οποίο ο νόμος δεν έχει προβλέψει, αφού κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο άρθρο 43 του Συντάγματος, περί νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Ακόμη και η τελολογική ερμηνεία συντείνει προς την κατάργηση αυτής της εισφοράς, αν ήθελε υποτεθεί ότι υποστηρίζεται η αντίθετη ερμηνεία περί μη κατάργησης της εν λόγω εισφοράς. Αν λάβει κανείς υπόψη του το σύνολο των βαρών[1] με τα οποία έχουν επιφορτισθεί πλέον οι δικηγόροι (ΦΠΑ, προκαταβολή φόρου, αυξημένα παράβολα, χαρτόσημα και ένσημα), αλλά και τη στήριξη του ασφαλιστικού τους συστήματος με άλλα μέσα (καθιέρωση υποχρεωτικών γραμματίων προείσπραξης για κάθε διαδικαστικό στάδιο της δίκης με τις συνακόλουθες κρατήσεις, αναμόρφωση καθεστώτος χρηματοδότησης διανεμητικών λογαριασμών κλπ), η συνέχιση της ύπαρξης της εν λόγω εισφοράς θα μπορούσε να βρει πλέον Συνταγματικά και λοιπά υπερνομοθετικά εμπόδια, ως καθιστούσα δυσανάλογα (αν όχι μη προσπελάσιμα) εμπόδια στην επαγγελματική ελευθερία των δικηγόρων και όχι μόνο.

Επιπρόσθετα, η παρούσα κατατίθεται χωρίς να καταβάλλεται και το από το προηγούμενο καθεστώς του Ν.Δ 3026/1954 γραμμάτιο καταβολής που συγκεκριμένα προβλεπόταν από το κατηργημένο πλέον άρθρο 35 παρ. 1: «Ο αιτών την προαγωγήν Δικηγόρος δέον να ή μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του Δικαστηρίου, παρ’ ω αιτείται την προαγωγήν, εν δε τη προς τον Πρόεδρον του Συλλόγου τούτου εγγράφω αιτήσει δέον να συνυποβάλη γραμμάτιον καταβολής εις το Ταμείον του Συλλόγου δικαιωμάτων καθοριζομένων υπό του Δ.Συμβουλίου του άνω Συλλόγου και άπαντα τα επιστηρίζοντα ταύτην επίσημα έγγραφα ως και τα αποδεικνύοντα την κατά το άρθρ.35 ευδόκιμον άσκησιν του λειτουργήματος.».

Όπως καθίσταται φανερό, με την  ως άνω διάταξη του άρθρου 166 του Ν.4194/2013, η διάταξη του αμέσως προαναφερθέντος άρθρου 35 Ν.Δ 3026/1954 έχει καταργηθεί, και μάλιστα ρητά (από την παράγραφο 2 του άρθρου 166), και απολείπεται πλέον η νομοθετική εξουσιοδότηση προς τα ΔΣ των Δικηγορικών Συλλόγων να καθορίζουν το οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό.

Για τους λόγους αυτούς

αιτούμαι όπως εξετασθεί και γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου περί προαγωγής, από το αρμόδιο Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, χωρίς καταβολή της κατηργημένης εισφοράς προς το ΤΑΝ και χωρίς καταβολή γραμματίου καταβολής προς το ταμείο του ΔΣ…

Αθήνα, …………………………… 2015

Με τιμή

———————————

[1] κάτι που ενώ μέχρι πρότινος η νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων αρνείτο να κάνει, ωστόσο μετεστράφη, και πλέον δεν εξετάζει κάθε φορολογικό βάρος αυτοτελώς μόνον, αλλά και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που επιβάλλονται, βλ. πχ την ΟλΑΠ 293 / 2014 [διαθέσιμη διαδικτυακά στον Ιστότοπο του ΑΠ]: “Όμως, οπό μόνα τα προεκτεθέντα τρία στοιχείο (εμβαδόν, παλαιότης, τιμή ζώνης) του ακινήτου, βάσει των οποίων, κατά την παρ.8, γίνεται η βεβαίωση του φόρου με τις ανωτέρω μηχανογραφικές καταστάσεις, ασυνδέτως προς άλλα κριτήρια αντικειμενικά (προσδιοριστικά της αξίας ή/και της αποδόσεως των ακινήτων) και κυρίως, υποκειμενικά (εισοδηματικά, περιουσίας, προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως), δεν αποδεικνύεται, ουδέ καν τεκμαίρεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας του κυρίου ή επικαρπωτού του ακινήτου και η έκταση της ικανότητας αυτής, η μη λήψη δε υπ’ όψιν της φοροδοτικής ικανότητας των βαρυνομένων με τον επίμαχο φόρο προσώπων για την επιβολή αυτού συνιστά παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, εν όψει μάλιστα και της, κατά τον χρόνο θεσπίσεως αυτού, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μειώσεως μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών, όπως αυτά προσδιορίζονται ειδικότερα κατωτέρω).”

Αίτηση προαγωγής ατελώς (από παρά Πρωτοδίκαις σε παρ’ Εφέταις)

Μπορείτε να δείτε το έγγραφο σε μορφή .doc κάνοντας κλικ εδώ

ΠΡΟΣ ΤΟ Δ.Σ. ΤΟΥ ΔΣ…

ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ

Του/ Της ………………………………

– – – – / / – – – –

Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 3 Ν.4194/2013  “Δικηγόρος, που έχει διορισθεί στο Πρωτοδικείο, μπορεί να ζητήσει με αίτηση του στο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο ανήκει, την προαγωγή του σε δικηγόρο με δικαίωμα παράστασης στο Εφετείο για τις αστικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις, εφόσον αποδεικνύει, είτε με την προσκόμιση ικανού αριθμού αποφάσεων, στις οποίες έχει παραστεί είτε με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο, ότι έχει συμπληρώσει ευδόκιμη τετραετή άσκηση του λειτουργήματος του.”, ενώ σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου, “Για τις παραπάνω προαγωγές ή μη αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Συλλόγου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, αφού οριστεί ένα μέλος του ως Εισηγητής. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου γνωστοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.”

Με την παρούσα αιτούμαι την προαγωγή μου σε Δικηγόρο παρ’ Εφέταις, δεδομένου ότι γράφτηκα ως δικηγόρος στο μητρώο του ΔΣ… στις …………………., και συνεχίζω μέχρι σήμερα να ασκώ το λειτούργημα του δικηγόρου ευδοκίμως επί τετραετία.  και, επομένως, πληρώ τις προϋποθέσεις του νόμου, όπως αυτές αμέσως ως άνω εκτέθηκαν.

Τα παραπάνω δε, ο ΔΣ… μπορεί (ιδίως μετά την εισαγωγή του άρ. 12 του N. 4325/2015 «Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης – Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας και Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Αποκατάσταση αδικιών και άλλες διατάξεις.» ΦΕΚ Α΄ 47/11.05.2015, οι διατάξεις του οποίου αποκτούν πλήρη εφαρμογή στις 12.11.2015) να τα εξακριβώσει με ευχέρεια από το μηχανογραφικό του σύστημα, ενώ προς άρση πάσης αμφιβολίας παρέχω ρητά εξουσιοδότηση προς το Σύλλογο και τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΔΣ… να αναζητήσουν τα σχετικά με την παρούσα αίτησή μου δεδομένα μου.

Επιπρόσθετα δε, η παρούσα κατατίθεται νομίμως και πρέπει να εξετασθεί, δίχως να έχει καταβληθεί η καταργηθείσα με το άρ. 166 του ν. 4191/2013 εισφορά προς το ΤΑΝ, η οποία είχε επιβληθεί με τις διατάξεις των ΝΔ 4114/60, Ν. 1090/80, Ν.1512/85 και Ν.1759/88 και ΒΔ 795/72 για την προαγωγή σε Δικηγόρο Παρ’Εφέταις ή Παρ’Αρείω, η οποία ισούται με το ποσό 5, 10, 15 αντίστοιχα ατομικών εισφορών ασφαλισμένου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για προαγωγή και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου εξέτασης της αίτησης από το ΔΣ…

Η σχετική εισφορά, άλλωστε, είχε επιβληθεί σε ένα τελείως διαφορετικό οικονομικό και φορολογικό καθεστώς, σε ό,τι αφορά το λειτούργημα του δικηγόρου, ως πόρος του ταμείου με το (κατηργημένο πλέον) άρθρο 10 παρ. 1 περ.θ του Ν.4114/1960 που είχε το εξής περιεχόμενο: «θ) Από την εισφορά που οφείλεται, για την  προαγωγή  δικηγόρου  στο εφετείο και στον Αρειο Πάγο ή απευθείας στον Αρειο Πάγο, που είναι ίση με το ποσό πέντε (5), δέκα (10) και δεκαπέντε (15) αντίστοιχα ατομικών εισφορών  δικηγόρου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για προαγωγή. Η μη καταβολή των  παραπάνω  ποσών  συνεπάγεται  το  απαράδεκτο  της αίτησης διορισμού.» Η ρύθμιση αυτή όπως και οι διατάξεις των εδαφίων ζ`, και κστ` της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.δ. 4114/1960, είχαν καταργηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 1090/1980, και είχαν επανέλθει σε ισχύ με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του  ν. 1512/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το ως άνω περιεχόμενο με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1759/1988 (Α` 50), με έναρξη ισχύος την 1.7.1986.

 

Ειδικότερα, το άρ.  άρθρο 166 του ν. 4194/2013, με τίτλο “Τελικές διατάξεις” έχει ως εξής: “1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης. 2. Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235). 3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”.

 

Ενόψει δε της ρητής αυτής διατύπωσης του άρθρου 166 του Ν.4194/2013 περί ειδικότητας των διατάξεών του σε σχέση με κάθε άλλη διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, στο οποίο δεν προβλέπεται η καταβολή παραβόλου για τις προαγωγές των δικηγόρων συνάγεται κατά γραμματική ερμηνεία πως η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 θεωρείται καταργημένη με ειδικότερη και νεότερη διάταξη.

Η λήψη υπόψη των κριτηρίων που ο νόμος θέτει για την προαγωγή των Δικηγόρων περιγράφεται στο άρθρο 28 του Ν.4194/2013 και θέτει ως προϋποθέσεις δύο κριτήρια: το χρόνο παραμονής σε κάθε βαθμό και την ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας σε αυτό.

Ομοίως και υπό το κράτος το προηγούμενου καθεστώτος, δυνάμει των παρόμοιας διατύπωσης διατάξεων των άρθρων 35 και 36 του Ν.Δ 3026/1954 τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούνται ήταν δύο: ο χρόνος παραμονής σε κάθε βαθμό και η ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας. Μάλιστα, υπό το τότε νομοθετικό καθεστώς (βλ. άρ. 3 ν. 4448/1929 ΦΕΚ Α 344/14.9.1929) δεν είχε τεθεί ως πόρος του ταμείου ή ως όρος παραδεκτού της αίτησης προαγωγής του δικηγόρου σχετική εισφορά, γεγονός άλλωστε που οδήγησε στην αναγκαιότητα της θέσπισης του άρ. 10 περ. θ΄ ν. 4110/1960.

Η κρίση δε, επί της ευδοκίμου ασκήσεως της δικηγορίας εναπόκειται στα Διοικητικά Συμβούλια των Συλλόγων, με κριτήρια εκ των προτέρων καθορισμένα. Στο πνεύμα αυτό περιγράφεται και η θέση της νομολογίας με τη με αριθμό απόφαση ΣτΕ 4889/1998, όπου ρητώς κρίθηκε ότι  «Η κρίση δε περί μη προαγωγής, ως δυσμενής πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων τα οποία κατά την εκτίμηση του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιολογούν την κρίση περί ελλείψεως των ως άνω προσόντων σε βαθμό που να μη μπορεί ο κρινόμενος να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος του επομένου βαθμού».
Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 περί μη εξετάσεως αιτήματος προαγωγής λόγω απαραδέκτου ένεκα μη καταβολής εισφοράς στο ΤΑΝ προσκρούει στο Νόμο και στο Σύνταγμα, περιορίζοντας αναιτιολόγητα την επαγγελματική ελευθερία των Δικηγόρων.

Σε επίρρωση των επιχειρημάτων που αντλούνται από την ιστορική και συστηματική ερμηνεία, σε κανένα σημείο της αιτιολογικής έκθεσης δεν αναφέρεται επιφύλαξη επί του συγκεκριμένου άρθρου (28) του Κώδικα Δικηγόρων, ενώ μετά από πέντε συνεχείς τροποποιήσεις του [με τους Ν. 4205/2013 (Α’ 242), 4236/2014 (Α’ 33), 4254/2014 (Α’ 85), 4267/2014 (Α’ 137) και 4285/2014 (Α’ 191)] είναι πλέον αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως ο νομοθέτης ήθελε να εκφραστεί διαφορετικά και δεν το έκανε.

Ακόμη και η τελολογική ερμηνεία όμως συντείνει προς την κατάρτηση αυτής της εισφοράς, αν ήθελε υποτεθεί ότι υποστηρίζεται η αντίθετη ερμηνεία περί μη κατάργησης της εν λόγω εισφοράς. Αν λάβει κανείς υπόψη του το σύνολο των βαρών[1] με τα οποία έχουν επιφορτισθεί πλέον οι δικηγόροι (ΦΠΑ, προκαταβολή φόρου, αυξημένα παράβολα, χαρτόσημα και ένσημα), αλλά και τη στήριξη του ασφαλιστικού τους συστήματος με άλλα μέσα (καθιέρωση υποχρεωτικών γραμματίων προείσπραξης για κάθε διαδικαστικό στάδιο της δίκης με τις συνακόλουθες κρατήσεις, αναμόρφωση καθεστώτος χρηματοδότησης διανεμητικών λογαριασμών κλπ), η συνέχιση της ύπαρξης της εν λόγω εισφοράς θα μπορούσε να βρει πλέον Συνταγματικά και λοιπά υπερνομοθετικά εμπόδια, ως καθιστούσα δυσανάλογα (αν όχι μη προσπελάσιμα) εμπόδια στην επαγγελματική ελευθερία των δικηγόρων και όχι μόνο.

Επιπρόσθετα, η παρούσα κατατίθεται χωρίς να καταβάλλεται και το από το προηγούμενο καθεστώς του Ν.Δ 3026/1954 γραμμάτιο καταβολής που συγκεκριμένα προβλεπόταν από το κατηργημένο πλέον άρθρο 35 παρ. 1: «Ο αιτών την προαγωγήν Δικηγόρος δέον να ή μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του Δικαστηρίου, παρ’ ω αιτείται την προαγωγήν, εν δε τη προς τον Πρόεδρον του Συλλόγου τούτου εγγράφω αιτήσει δέον να συνυποβάλη γραμμάτιον καταβολής εις το Ταμείον του Συλλόγου δικαιωμάτων καθοριζομένων υπό του Δ.Συμβουλίου του άνω Συλλόγου και άπαντα τα επιστηρίζοντα ταύτην επίσημα έγγραφα ως και τα αποδεικνύοντα την κατά το άρθρ.35 ευδόκιμον άσκησιν του λειτουργήματος.».

Όπως καθίσταται φανερό, με την  ως άνω διάταξη του άρθρου 166 του Ν.4194/2013, η διάταξη του αμέσως προαναφερθέντος άρθρου 35 Ν.Δ 3026/1954 έχει καταργηθεί, και μάλιστα ρητά (από την παράγραφο 2 του άρθρου 166), και απολείπεται πλέον η νομοθετική εξουσιοδότηση προς τα ΔΣ των Δικηγορικών Συλλόγων να καθορίζουν το οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό.

Για τους λόγους αυτούς

αιτούμαι όπως εξετασθεί και γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου περί προαγωγής μου σε παρ’ Εφέταις δικηγόρο, από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, χωρίς καταβολή της κατηργημένης εισφοράς προς το ΤΑΝ και χωρίς καταβολή γραμματίου καταβολής προς το ταμείο του ΔΣ….

Αθήνα, ……………………… 2015

Με τιμή

————————————————

[1]              κάτι που ενώ μέχρι πρότινος η νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων αρνείτο να κάνει, ωστόσο μετεστράφη, και πλέον δεν εξετάζει κάθε φορολογικό βάρος αυτοτελώς μόνον, αλλά και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που επιβάλλονται, βλ. πχ την ΟλΑΠ 293 / 2014 [διαθέσιμη διαδικτυακά στον Ιστότοπο του ΑΠ]: “Όμως, οπό μόνα τα προεκτεθέντα τρία στοιχείο (εμβαδόν, παλαιότης, τιμή ζώνης) του ακινήτου, βάσει των οποίων, κατά την παρ.8, γίνεται η βεβαίωση του φόρου με τις ανωτέρω μηχανογραφικές καταστάσεις, ασυνδέτως προς άλλα κριτήρια αντικειμενικά (προσδιοριστικά της αξίας ή/και της αποδόσεως των ακινήτων) και κυρίως, υποκειμενικά (εισοδηματικά, περιουσίας, προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως), δεν αποδεικνύεται, ουδέ καν τεκμαίρεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας του κυρίου ή επικαρπωτού του ακινήτου και η έκταση της ικανότητας αυτής, η μη λήψη δε υπ’ όψιν της φοροδοτικής ικανότητας των βαρυνομένων με τον επίμαχο φόρο προσώπων για την επιβολή αυτού συνιστά παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, εν όψει μάλιστα και της, κατά τον χρόνο θεσπίσεως αυτού, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μειώσεως μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών, όπως αυτά προσδιορίζονται ειδικώτερα κατωτέρω).”