Tag Archives: δικηγόρος

Υπόμνημα ΠΕΔ προς Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΕΜΣ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

ΠΡΟΣ τους εκπροσώπους

  • της Ευρωπαϊκης Επιτροπής κ. Declan Costello
  • της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Rasmus Refer
  • του Διεθνούς Νομισματικού ταμείου κας Delia Velculescu
  • του Ευρωπαϊκόυ Μηχανισμού Σταθερότητας κ. Nicola Giammarioli

ΣΧΕΤΙΚΑ

με τις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις στην κοινωνικοασφαλιστική και φορολογική νομοθεσία, κατά το μέρος που αφορά το ελεύθερο επάγγελμα του Δικηγόρου.

Ι. Προεισαγωγικά

Μεγάλος αριθμός των Eλλήνων δικηγόρων, που δραστηριοποιούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, έχει πληγεί καίρια εξαιτίας της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Η – συνακόλουθη με την οικονομική δυσπραγία – πτώση της ζήτησης για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, κυρίως όμως η κατακόρυφη αύξηση του κόστους πρόσβασης στη δικαιοσύνη[1], σε συνδυασμό με την αδυναμία της πλειοψηφίας των αιτούντων παροχή νομικών υπηρεσιών να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους, έχουν καταστήσει ιδιαίτερα δυσχερή την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.

Τούτο μάλιστα χωρίς εναλλακτικές διεξόδους, καθώς σύμφωνα με τον Κώδικα περι Δικηγόρων χαρακτηρίζονται ως «άμισθοι δημοσίοι λειτουργοί», εξ αιτίας δε της φύσης του επαγγέλματος ως οινοεί δημόσια υπηρεσία, η άσκηση οποιουδήποτε άλλου επιτηδεύματος απαγορεύεται ως ασυμβίβαστη με τα καθήκοντα τους.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι επιστήμονες με σπουδές ΑΕΙ και μάλιστα από τις πιο υψηλόβαθμες της χώρας καλούνται να ζήσουν αποκλειστικά από την άσκηση της δικηγορίας, αν και οι παρούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τα υπέρογκα βάρη δεν το επιτρέπουν, με συνέπεια την πλήρη υποβάθμιση της επιστημονικής τους ιδιότητας, την αδυναμία τους να αποπληρώσουν τις ασφαλιστικές εισφορές και τα φορολογικά βάρη και εν τέλει, την βίαιη εξώθησή τους στην ανεργία, χωρίς μάλιστα να δύνανται να εργαστούν οπουδήποτε αλλού.

Το αυτό ισχύει και για τους δικηγόρους – συνεργαζόμενους σε δικηγορικές εταιρείες, καθώς εργάζονται σε καθεστώς πλήρους ανομίας, απορρύθμισης εργασιακών σχέσεων (εμφαινόμενοι ως δήθεν ανεξάρτητοι συστεγαζόμενοι συνεργάτες) και εξαιρετικά χαμηλών αμοιβών, εν πολλοίς μάλιστα χωρίς καμία συμμετοχή των εργοδοτών τους στις ιδιαίτερα επαχθείς και άνισες ασφαλιστικές και φορολογικές επιβαρύνσεις τους.

Με τα ως άνω δεδομένα και εφ’ όσον δεν υπάρξουν δραστικές παρεμβάσεις, καθίσταται βέβαιο ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλος αριθμός ικανότατων επιστημόνων θα βρεθεί εκτός επαγγέλματος και, αναγκαστικά, εκτός της δύναμης του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες όσον αφορά την συμμετοχή τους στα φορολογικά και ασφαλιστικά βάρη.

ΙΙ. Status quo του κοινωνικοασφαλιστικού και φορολογικού συστήματος

 

            Με τις ισχύουσες διατάξεις της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, διατηρείται σε ισχύ η απαράδεκτη και αντισυνταγματική διάκριση των επαγγελματιών δικηγόρων σε ασφαλισμένους πρό και μετά την 01/01/1993.

            Οι μεν «παλαιοί» ασφαλισμένοι δικηγόροι (δηλ. με έναρξη μέχρι 31/12/1992) επιβαρύνονται με σταθερές ασφαλιστικές εισφορές, ανεξαρτήτως των ετών προϋπηρεσίας ή του εισοδήματός τους, οι οποίες για το έτος 2015 ανήλθαν συνολικά στο ποσό των € 3.683,40 [2] , ποσό που κατά κοινή ομολογία είναι ιδιαίτερα ελκυστικό, καθώς αναλύεται σε μηνιαία εισφορά € 306,95 και απευθύνεται σε επαγγελματίες με προϋπηρεσία τουλάχιστον 23 έτη και εδραιωμένη, ως επί το πλείστον, επαγγελματική υπόσταση.

            Αντιθέτως, οι «νέοι» ασφαλισμένοι (δηλ. με έναρξη μετά την 01/01/1993) κατατάσσονται με το παρόν σύστημα του ν. 2084/1992 σε ασφαλιστικές κλάσεις, στις οποίες μετά την ισχύ του ν. 3986/2011 η επανακατάταξη κατέση υποχρεωτική ανά τριετία χωρίς καμία μέριμνα για την πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα των επαγγελματιών και παρά  την πανθομολούμενη κάθετη απομείωση του εισοδήματός τους.

Αποτέλεσμα αυτών είναι, νέοι δικηγόροι με υπηρεσία μόλις 7 ετών (και ιδιαίτερα δυσμενείς εργασιακές συνθήκες) να καλούνται να καταβάλουν για την κοινωνική ασφάλιση το συνολικό ποσό των € 4.680,95 δηλαδή εισφορές μέχρι και 23% υψηλότερες σε σχέση με καταξιωμένους επαγγελματικά και οικονομικά συναδέλφους τους, που συνήθως είναι και οι εργοδότες τους !  [3]. Και αυτό χωρίς καμία δυνατότητα έκπτωσης σε περίπτωση που το εισόδημα του δικηγόρου είναι τόσο μικρό που δεν επαρκεί καν για τον βιοπορισμό του[4].

Φορολογικά βάρη 

            Μετά την ισχύ του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), το εισόδημα του ελεύθερου επαγγελματία – δικηγόρου θεωρήθηκε από το νόμο ως «επιχειρηματικό κέρδος» και υπήχθη στην αντίστοιχη φορολογική κλίμακα χωρίς καμία δυνατότητα απομείωσης του φόρου, σε αντίθεση με την μέχρι τότε ισχύουσα νομοθεσία (ν. 2238/1994) που προέβλεπε το εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα ως διακριτή πηγή εισοδήματος, αναγνώριζε δε στους επαγγελματίες όλες τις μειώσεις φόρου των φυσικών προσώπων.

            Έτσι, ενώ μέχρι και το φορολογικό έτος 2013 οι ελεύθεροι επαγγελματίες – δικηγόροι φορολογούντο με την κλίμακα φυσικών προσώπων και απολάμβαναν όλες τις προβλεπόμενες μειώσεις από το φόρο, με κύρια την ύπαρξη αφορολογήτου ορίου, από το φορολογικό έτος 2014 και εντεύθεν, το εισόδημα των επαγγελματιών φορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας επιχειρήσεων, δηλαδή με συντελεστή 26% από το πρώτο ευρώ κέρδους και με υποχρέωση προκαταβολής φόρου για το επόμενο έτος, ύψους αρχικά 55% του αναλογούντος φόρου που όμως, μετά τις τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις, για το φορολογικό έτος 2015 θα διαμορφωθεί στο 75% και για τα επόμενα έτη στο 100%.

            Πέραν της κύριας φορολόγησης, διατηρείται σε ισχύ το λεγόμενο «τέλος επιτηδεύματος», που στην ουσία αποτελεί κεφαλικό φόρο, ύψους € 650,00 και το οποίο καταβάλλεται από όλους τους επιτηδευματίες, ασχέτως ύπαρξης ή μη εισοδήματος.

Καθίσταται αντιληπτό ότι η παρούσα φορολογική και κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία, πέραν του γεγονότος ότι παραβιάζει πλειάδα συνταγματικών διατάξεων, αποτελεί τροχοπέδη στην όποια προσπάθεια ανάκαμψης των επαγγελματιών, αφού καθιστά το δημόσιο κατ’ ουσίαν συνέταιρο του επαγγελματία, ενώ σε ανταπόδοση προσφέρει κάκιστες έως μηδαμινές υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας.

 

ΙΙΙ. Επί του προτεινόμενο σχέδιου αναμόρφωσης της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνησης

           

            Η υπ’ όψιν Σας πρόταση της Ελληνικής Κυβέρνησης για την αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και τον ανακαθορισμό του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών των επαγγελματιών, στο βαθμό που μας έχει γνωστοποιηθεί, προβλέπει επιγραμματικά :

α. την απορρόφηση του ασφαλιστικού φορέα των ανεξαρτήτως απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), όπως και των λοιπών φορέων κοινωνικής ασφάλισης, από τον ιδρυθησόμενο «Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης», κατ’ ουσίαν δηλαδή πρόκειται για την ενοποίηση όλων των ταμείων υπό τη στέγη του σημερινού ΙΚΑ.

β. την – συνακόλουθη – ενιαία επιβολή ασφαλιστικών εισφορών, υπολογιζόμενων σε ποσοστό επί του εισοδήματος. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, προβλέπεται για τους ελεύθερους επαγγελματίες συντελεστής 20% υπέρ του κλάδου κυρίας συντάξεως, 7,5% υπέρ του κλάδου επικουρικής σύνταξης, 6,95% για υγειονομική περίθαλψη και 4% υπέρ του κλάδου προνοίας, και συνολικά συντελεστής 38,45% επί του καθαρού (έσοδα μείον επαγγελματικά έξοδα) αποτελέσματος (κέρδη).

γ. την επιβολή των ασφαλιστικών εισφορών με βάση εισοδηματικά κριτήρια, με κατώτατη υποχρέωση υπολογιζόμενη στις μηνιαίες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη άνω των 25 ετών (σήμερα 586,08 €).

            Η πρόταση αυτή επιδέχεται κριτικής καθ’ όσον :

– όσον αφορά την επιχειρούμενη ενοποίηση των μέχρι σήμερα υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων, δεν έχει γνωστοποιηθεί καμία αναλογιστική μελέτη, ώστε να καταστεί αντιληπτό αν είναι επωφελής ή επιβλαβής για τους  υφιστάμενους φορείς.

– όσον αφορά την σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με το εισόδημα, αίρει μεν τις κατάφωρες αδικίες του υπάρχοντος συστήματος, πλην όμως επιχειρείται η εφαρμογή συντελεστών ιδιαιτέρως επαχθών, σαφώς υψηλότερων και μη αντίστοιχων με αυτούς που εφαρμόζονται στην πλειοψηφία των κρατών – μελών της Ε.Ε.[5] και σε κάθε περίπτωση εξωπραγματικά υψηλών σε σχέση με τις ισχνές, πλέον, οικονομικές προσόδους της συντριπτικής πλειοψηφίας των επαγγελματιών.

            Εάν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψιν ότι, πέραν της εισφοράς 38,45% υπέρ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, το εναπομένον ποσό φορολογείται με τις δυσμενέστατες διατάξεις του ν. 4174/2013, καταλήγουμε σε ουσιαστική δήμευση του εισοδήματος των επαγγελματιών, αδυναμία βιοπορισμού εκ της εργασίας και αναγκαστική διακοπή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.

            Για την καλύτερη κατανόηση, παρατίθεται παράδειγμα με βάση Δικηγόρο με ετήσιο αποτέλεσμα χρήσης (κέρδη) 18.000 €, δηλαδή μηνιαίο κέδρος 1.500,00 € [6]

ΕΙΣΟΔΗΜΑ                                                                                       18.000,00 €

ΜΕΙΟΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ 38,45%           6.921,00 €  

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ                                     =      11.079,00 €  

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΦΟΡΟΥ 26%                                                      – 2.880,54 €

ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ (για το 1ο έτος εφαρμογής) – 2.880,54 €

ΤΕΛΟΣ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΟΣ                                                            –    650,00 €

                       

ΚΑΘΑΡΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ                                                                       4.667,92 €

 

            δηλαδή μηνιαία πρόσοδο μόλις 388,99 € εκ των 1.500,00 € με εξωπραγματικό συντελεστή επιβαρύνσεων υπέρ του δημοσίου 74,06% ! [7] Ακόμη και αν ληφθεί ως δεδομένο ότι η προκαταβολή φόρου συμψηφίζεται με τον φόρο του επόμενου έτους, καταλήγουμε (για το 2ο έτος εφαρμογής) σε αποτέλεσμα 7.548,46 €, δηλ. 629,03 € ανά μήνα εκ των 1.500,00 €.

            Ας ληφθεί δε υπ’ όψιν ότι στην καθημερινή συναλλαγή με τους ιδιώτες εντολείς, ο ΦΠΑ κατά κανόνα απορροφάται από τον επαγγελματία, ώστε να επιτύχει την ανάθεση υποθέσεων, επιβαρύνοντας επιπλέον κατά 23% τα έσοδα του δικηγόρου[8] , ενώ και η παραίνεση των εποπτικών θεσμών για απαλλαγή από την υποχρέωση από το καθεστώς είσπραξης και απόδοσης ΦΠΑ εφαρμόσθηκε μερικώς μόνον και σε επαγγελματίες με πολύ μικρούς τζίρους μέχρι 10.000 €/έτος, το δε προταθέν από τους θεσμούς όριο απαλλαγής (25.000€/έτος) απορρίφθηκε από τις ημεδαπές αρχές[9].

            Με τα δεδομένα αυτά, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των δικηγόρων θα αναγκαστεί να διακόψει τη δραστηριότητά του, με απότοκη συνέπεια την περαιτέρω αύξηση της ανεργίας, της εκροής επιστημονικού δυναμικού προς το εξωτερικό και της απώλειας σημαντικών προσόδων του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος.

            Aκόμη όμως και να παραμείνει στο επάγγελμα, θα πρέπει υποχρεωτικά να μετέλθει ανεπιθύμητων μεθόδων απόκρυψης φορολογητέας ύλης, όχι από λόγους ιδιοτέλειας, αλλά για καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές του ανάγκες.

            Όμως, και η συγκέντρωση της δικηγορικής ύλης στα χέρια λίγων εταιρικών σχημάτων δεν παρέχει εχέγγυα καλής λειτουργίας του δικηγορικού επαγγέλματος, αφού ελλείπει παντελώς το θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης και προστασίας της εργασίας του δικηγόρου ως επιστήμονα και δη ως προς το ωράριο, το πλαίσιο αμοιβής, την υποχρέωση κοινωνικής ασφάλισης με συμμετοχή του εργοδότη κλπ. .

ΙV. Πρόταση αναμόρφωσης του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος, στη βάση της βιωσιμότητας και της αμφίδρομης ωφέλειας

 

           

            Η Πανελλήνια Ένωση Δικηγόρων, ως φορέας, λειτουργεί με πάνω από 5.200 εγγεγραμμένα μέλη ως φορέας κοινωνικής δικτύωσης και ανταλλαγής επιστημονικών και επαγγελματικών απόψεων.

Αποτελείται κυρίως από νεώτερους επιστήμονες που ασκούν μαχόμενη δικηγορία με υψηλά επαγγελματικά και ηθικά πρότυπα, οι περισσότεροι με άριστη κατάρτιση, σπουδές στην Ελλάδα και σε κράτη μέλη της Ε.Ε.

Στόχος μας είναι η παραμονή μας στο επάγγελμα και η διατήρηση του ρόλου μας ως ανεξάρτητου συν – λειτουργού της δικαιοσύνης που έχει ως ύψιστο καθήκον την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του θιγόμενου πολίτη.

Δεν απαιτούμε προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με άλλες επαγγελματικές ομάδες, ζητάμε όμως το αυτονόητο : να είναι εφικτός ο βιοπορισμός μας με αξιοπρέπεια αλλά και να αποδίδει η εργασία μας, που συνοδεύεται από μέγιστη πνευματική ένταση, καρπούς ανάλογους με την προσπάθειά μας.

Στα πλαίσια αυτά και με σκοπό :

  • την τόνωση της επιχειρηματικότητας
  • την αποφυγή περαιτέρω αύξησης της ανεργίας και της εκροής επιστημονικού προσωπικού
  • την αύξηση των δημοσίων εσόδων μέσω του περιορισμού της βιοποριστικώς επιβεβλημένης απόκρυψης φορολογητέας ύλης και συνεπώς της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης αλλά και
  • την αύξηση της καταναλωτικής δύναμης του επαγγελματία – επιστήμονα, με πολλαπλάσια ωφέλη

προτείνουμε :

  1. άμεση κατάργηση κάθε διάκρισης μεταξύ «νέων» και «παλαιών» ασφαλισμένων.
  2. προσαρμογή των ήδη χορηγούμενων παροχών σε συνταξιούχους, καθώς και απονομή συντάξεων σε ασφαλισμένους προ του 1993 με μικρότερο ποσοστό αναπλήρωσης.
  3. πλήρη αντιστοίχηση των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών με το καθαρό κέρδος του επαγγελματία με κατώτατη βάση υπολογισμού ετήσιο εισόδημα € 3.000,00
  4. κλιμακωτή εφαρμογή συντελεστών εισφορών 6,67% για τον κλάδο κύριας σύνταξης για το ποσό του εισοδήματος μέχρι 12.000 € και 12% για το ποσό του εισοδήματος πάνω από 12.000 € καθώς και ενιαίο συντελεστή 6% για τον κλάδο υγείας.
  5. κατάργηση των εισφορών υπέρ επικουρικής ασφάλισης και κλάδου προνοίας και ανάληψη της ασφαλιστικής κάλυψης των τομέων αυτών από Ν.Π.Ι.Δ. αλληλοβοηθείας που έχουν ιδρύσει (ή θα ιδρύσουν) οι κατά τόπους Δικηγορικοί Σύλλογοι, είτε μεμονωμένα, είτε συγκεντρωτικά. Οι εισφορές για τα ιδιωτικού δικαίου ταμεία, καθώς και οι προσφερόμενες παροχές, θα καθορίζονται με αποφάσεις των μελών των νομικών προσώπων, δηλαδή των ασφαλισμένων δικηγόρων.
  6. μη επιβολή εισφορών εφ’ όσον το εισόδημα δεν υπερβαίνει το όριο των 3.000,00 € και εφ’ όσον ζητηθεί από τον ασφαλισμένο (με στέρηση ασφαλιστικής κάλυψης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα)
  7. Επέκταση της απαλλαγής από το καθεστώς ΦΠΑ για επαγγελματίες με κύκλο εργασιών κατ’ έτος μέχρι 25.000 € (εφ’ όσον βέβαια το επιθυμούν)
  8. επαναφορά διακριτής πηγής φορολογητέου εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα και υπαγωγή της πηγής αυτής στις διατάξεις περί φορολογίας φυσικών προσώπων με εφαρμογή της κλίμακας φόρου που εκάστοτε ισχύει για φυσικά πρόσωπα, σε συνδυασμό με εφαρμογή όλων των μειώσεων φόρου που αναγνωρίζονται στα φυσικά πρόσωπα (όπως σήμερα ισχύει για μισθωτούς και συνταξιούχους), άλλως
  9. καθιέρωση επιπλέον κλιμακίων φορολόγησης, εφ΄ όσον διατηρηθεί η φορολόγηση του εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα ως από «επιχειρηματική δραστηριότητα», με τους εξής συντελεστές :

εισόδημα 0 – 6.500 € πάγια κατ’ αποκοπή φορολόγηση 650,00 €

      για τα επόμενα 5.500 € συντελεστής 10% (δηλ. εισόδημα μέχρι 12.000€)

      για τα επόμενα 6.000 € συντελεστής 15% (δηλ. εισόδημα μέχρι 18.000€)

      για τα επόμενα 4.000 € συντελεστής 20% (δηλ. εισόδημα μέχρι 22.000€)

      για τα επόμενα 4.000 € συντελεστής 26% (δηλ. εισόδημα μέχρι 26.000€)

      για τα επόμενα 4.000 € συντελεστής 33% (δηλ. εισόδημα μέχρι 30.000€)

για το υπερβάλλον συντελεστής 40%.

  1. συμψηφισμός του «τέλους επιτηδεύματος» με τον καταβαλλόμενο φόρο και επιβολή του μόνον ως ελάχιστο φόρο του επαγγελματία.

Με βάση τις προτάσεις μας, το προηγούμενο παράδειγμα Δικηγόρου με ετήσιο αποτέλεσμα χρήσης (κέρδη) 18.000 €, δηλαδή μηνιαίο κέδρος 1.500,00 € διαμορφώνεται ως εξής :

ΕΙΣΟΔΗΜΑ                                                                                       18.000,00 €

ΜΕΙΟΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ   (6,67% – 12%)                         1.520,40 €

ΜΕΙΟΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΥΓΕΙΑΣ (6%)                                                   1.080,00 €

ΜΕΙΟΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΝΠΙΔ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ (πχ 6%) =        1.080,00 €

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ                                     =      14.319,60 €  

α) σενάριο πρότασης υπ’ αρ.8

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΦΟΡΟΥ 22 % (με τις κείμενες διατάξεις)=      – 3.150,31 €

ΕΚΠΤΩΣΗ ΦΟΡΟΥ (αρθ. 16 ν. 4172/2013)                              + 2.100,00 €

ΚΑΘΑΡΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ                                                                      13.269,28 €

 

β) σενάριο πρότασης υπ’ αρ. 9

ΠΑΓΙΟΣ ΦΟΡΟΣ 0 – 6.500                                                 =          –   650,00 €

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ 6.500 – 12.000    10%                            =          –   550,00 €

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ 12.001 – 18.000 15%                            =          –   900,00 €

ΚΑΘΑΡΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ                                                                      12.219,60 €

            Με το ίδιο, δηλαδή, εισόδημα των 18.000 € και την εφαρμογή κανόνων δίκαιων, αναλογικών και εναρμονισμένων με την βέλτιστη πρακτική στις χώρες της Ευρωπαίκής Ένωσης, ο επαγγελματίας δικηγόρος

  • συμβάλλει ανάλογα με τις δυνάμεις του στις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης
  • καταβάλει δίκαιη και αναλογική φορολογία, με ίση μεταχείριση των εισοδημάτων του σε σχέση με αυτά του μισθωτού υπαλλήλου.
  • απαλλάσσει το κράτος από την λειτουργία ταμείων προνοίας και επικουρικής ασφάλισης, τα οποία άριστα μπορούν να λειτουργήσουν (και λειτουργούν εν πολλοίς) υπό την ευθύνη των οικείων δικηγορικών συλλόγων, με όρους και παροχές που συμφωνούνται αποκλειστικά μεταξύ των ενδιαφερομένων μελών – δικηγόρων.
  • παραμένει οικονομικά ενεργός σε μια εξαιρετική δύσκολη οικονομική συγκυρία
  • αποκτά μεγαλύτερη φορολογική συνείδηση (tax morality) αφού δαπανά περίπου το 1/3 των εισοδημάτων του για κοινωνικές επιβαρύνσεις και διακρατεί τα 2/3 προς βιοπορισμό.
  • εμφανίζει τα πραγματικά οικονομικά αποτελέσματα στα λογιστικά βιβλία, αφού και το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα θα είναι στο μέλλον εν μέρει ανταποδοτικό με βάση το εισόδημά του εργασιακού βίου.
  • κυρίως όμως : διατηρεί κατά μήνα καθαρή πρόσοδο 1.000 – 1.100 € που του επιτρέπει, σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, να βιοποριστεί όχι με πολυτέλεια, αλλά με στοιχειώδη αξιοπρέπεια.

Με την πεποίθηση ότι οι παρούσες προτάσεις μας θα τύχουν της δέουσας αξιολόγησης εκ μέρους Σας.

Με τιμή

Για την Πανελλήνια Ένωση Δικηγόρων

————-

Υποσημειώσεις:

[1] Σημειώνεται ότι η αύξηση του κόστους πρόσβασης δεν οφείλεται σε αναπροσαρμογή των δικηγορικών αμοιβών (αντιθέτως μάλιστα, οι ενδεικτικές αμοιβές παραμένουν καθηλωμένες τουλάχιστον από το 2007, ενώ ήδη από το έτος 2013 έχει καταργηθεί το πλαφόν της υποχρεωτικής ελάχιστης αμοιβής) αλλά στην επιβολή πολλαπλών επιβαρύνσεων υπέρ του Δημοσίου. Ενδεικτικά αναφέρεται η επιβολή ΦΠΑ 23% επί των αμοιβών από 01/07/2010, μέχρι και εικοσαπλασιαμός παραβόλων, επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου 1,1% επί αγωγικού αντικειμένου, ακόμη και σε αναγνωριστικές αγωγές, προεισπραττόμενο τέλος απογράφου μέχρι και 3% επί κεφαλαίου και τόκων δικαστικής απόφασης, ασχέτως της επιτυχούς περάτωσης τυχόν αναγκαστικής εκτέλεσης.

[2] € 1.928,28 για τον τομέα κύριας σύνταξης, € 578,40 για τον τομέα της επικουρικής ασφάλισης, € 120,00 για την ασφάλιση ανεργίας ΟΑΕΔ, € 690,60 για ασφάλισης υγείας και € 366,12 για τον κλάδο προνοίας.

[3] € Έτσι, για δικηγόρο που ασφαλίσθηκε το πρώτο στις 01/01/2008, υπαγόμενος υποχρεωτικά πλέον στην 3η ασφαλιστική κατηγορία, οι εισφορές ανέρχονται σε € 2.426,04 για τον τομέα κύριας σύνταξης, € 727,80 για τον τομέα της επικουρικής ασφάλισης, € 120,00 για την ασφάλιση ανεργίας ΟΑΕΔ, € 921,90 για ασφάλισης υγείας και € 485,21 για τον κλάδο προνοίας, δηλαδή συνολικά € 4.680,95.

[4] Πρόβλεψη που είχε εισαχθεί με τον ν. 4331/2015 για υπαγωγή στην 1η ασφαλιστική κατηγορία, καταργήθηκε με  τον ν. 4337/2015, πριν ακόμη εφαρμοσθεί.

[5] Θα πρέπει να ληφθεί δε υπ’ όψιν και η ποιότητα της αντιπαρεχόμενης κοινωνικής προστασίας που απολαμβάνει ο Έλληνας επαγγελματίας σε σχέση με τους λοιπούς κατοίκους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι γνωστό ότι η δημόσια υγειονομική περίθαλψη είναι ιδιαίτερα υποβαθμισμένη και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στις υψηλές εισφορές που προβλέπονται.

[6] Το ποσό είναι απολύτως ρεαλιστικό καθώς, στην ουσία, τα όποια εισοδήματα πραγματοποιούνται σε διάστημα 8 μηνών, δεδομένου ότι το τρίμηνο Ιουνίου – Ιουλίου – Αυγούστου, όπως επίσης επί δεκαπενθήμερο Πάσχα και Χριστούγεννα δεν λειτουργούν τα οι έδρες των Δικαστηρίων και, ως εκ τούτου, η ροή εργασίας είναι εξαιρετικά μειωμένη.

[7] Που σημαίνει ότι για να καταφέρει ένας επαγγελματίας δικηγόρος να συγκεντρώσει μηνιαία καθαρή πρόσοδο 1.000,00 € (όσο δηλαδή ένας χαμηλόβαθμος ιδιωτικός υπάλληλος εταιρείας), θα πρέπει να συγκεντρώνει κατά μήνα το ποσό των € 3.855,05 σε δωδεκάμηνη βάση, ή το εξωπραγματικό ποσό των € 5.782,57 (!!) σε οκτάμηνη βάση, υπολογιζομένων και των δικαστικών διακοπών.

[8] Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι, παρά το γεγονός ότι η ενδεικτική αμοιβή στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας πλημμελημάτων (με απειλούμενες ποινές φυλάκισης μέχρι και πέντε έτη) είναι 143,91 € μετά ΦΠΑ, οι δε συνήθεις αμοιβές σπανίως υπερβαίνουν τα 300,00 € μετά ΦΠΑ, μόνον ένας στους τρεις κατηγορουμένους αναθέτει την υπεράσπισή του σε συνήγορο, το δε καθαρό κέρδος του τελευταίου από μια τέτοια υπόθεση, δεν υπερβαίνει τα  145 €. Πόσες τέτοιες υποθέσεις ανά μήνα πρέπει άραγε να δικάζει ο συνήγορος, για να επιτύχει το επιθυμητό οικονομικό αποτέλεσμα ;

[9] Το σύστημα είσπραξης και απόδοσης ΦΠΑ δημιουργεί καθαρή φορολογική επιβάρυνση στους επαγγελματίες δικηγόρους, καθώς έχουν ελάχιστα εκπιπτόμενα έξοδα, αντίστοιχα μικρά είναι και τα ποσά του φόρου εισροών που εκπίπτουν.

cropped-cf80ceb5ceb4-cf83cf84ceb1cf81cf84-cf84ceb5cf84cf81ceb1ceb3cf89cebdcebf1.png

Ένημερωτικό σημείωμα σχετικά με την κατάργηση των παραβόλων προαγωγής δικηγόρων

Εισαγωγικά

(μπορείτε βρείτε το παρόν και σε .pdf για ευκολότερη εκτύπωση και ανάγνωση εδώ)

Το παρόν συντάσσεται τόσο για να ενημερωθούν όλοι οι συνάδελφοι (αντιμετωπίζοντας έτσι την αδυναμία μας να απαντήσουμε σε όλα τα μηνύματά τους ένα προς ένα) που ενδιαφέρονται, όσο και για την πληρότητα του δημοσίου διαλόγου για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Τον Ιούνιο του 2015 μία ομάδα συναδέλφων της ΠΕΔ (αποτελούμενη από τους: Ιωάννη Γκιτσάκη, Αγγελική Σαντή και Άγγελο Τσαλαπάτη), άρχισε να εξετάζει το καθεστώς προαγωγής των δικηγόρων, σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο, και ειδικότερα σύμφωνα με το νέο κώδικα δικηγόρων (ν. 4194/2013).

Όσο γινόταν η επεξεργασία της ιδέας, οι – γνωστές σε όλους μας – εξελίξεις με τα capital controls, δημοψηφίσματα και εκλογές, απέσπασαν την αποκλειστική προσοχή όλων μας από το θέμα.

Παρ’ όλ’ αυτά διαβάζοντας το νομοθετικό πλαίσιο, είχαμε ήδη καταλήξει ότι οι καινούργιες διατάξεις άφηναν ένα νομοθετικό κενό, που επιτρέπει στους δικηγόρους να προαχθούν χωρίς να καταβάλλουν οποιουδήποτε είδους εισφορές ή παράβολα.

Με το νέο δικαστικό έτος, επανήλθαμε στη μελέτη του θέματος, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του γράφοντος, ο οποίος απλά ένωσε τα κομμάτια της μελέτης των προαναφερθέντων σε μία αίτηση.

Αποφασίσουμε έτσι να το βάλουμε μπροστά. Δημιουργήθηκαν οι αντίστοιχες αιτήσεις (εδώ από παρά πρωτοδίκαις σε παρ’ Εφέταις, και εδώ από παρ’ Εφέταις σε παρ’ Αρείω), οι οποίες και κατατέθηκαν στους συλλόγους.

Παρακάτω εκθέτω

  • μία ανάλυση του νομικού πλαισίου που αφορά τις προαγωγές μας, τις αλλαγές που έχουν επέλθει σ’ αυτό, και τα επιχειρήματα που στηρίζουν το αίτημά μας για ατελείς προαγωγές
  • την αντίδραση των συλλόγων αλλά και της ολομέλειας στις αιτήσεις που έχουν κατατεθεί
  • συμπεράσματα που συνάγονται και τις επόμενες κινήσεις που αυτά υπαγορεύουν

Νομικό Καθεστώς

Αν και οι αιτήσεις μας (εδώ και εδώ) είναι αρκούντως αναλυτικές, χρήσιμη καθίσταται η περιληπτική έκθεση των αλλαγών του νομοθετικού καθεστώτος και των επιχειρημάτων που αντλούνται από αυτό.

Ως προς την εισφορά υπέρ ΤΑΝ

Ο εν λόγω ‘πόρος’, είχε επιβληθεί με τις διατάξεις των ΝΔ 4114/60, Ν. 1090/80, Ν.1512/85 και Ν.1759/88 και ΒΔ 795/72 για την προαγωγή σε Δικηγόρο Παρ’Εφέταις ή Παρ’Αρείω, και ισούται με το ποσό 5, 10, 15 αντίστοιχα ατομικών εισφορών ασφαλισμένου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για προαγωγή και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου εξέτασης της αίτησης από το ΔΣΑ.

Η ρύθμιση αυτή όπως και οι διατάξεις των εδαφίων ζ`, και κστ` της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.δ. 4114/1960, είχαν καταργηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 1090/1980, και είχαν επανέλθει σε ισχύ με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του  ν. 1512/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το ως άνω περιεχόμενο με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1759/1988 (Α` 50), με έναρξη ισχύος την 1.7.1986.

Ειδικότερα, στη σημερινή του μορφή, το – κατηργημένο σύμφωνα με την παρούσα αλληλουχία σκέψεων – άρθρο 10 παρ. 1 περ.θ του Ν.4114/1960 που έχει το εξής περιεχόμενο:

«θ) Από την εισφορά που οφείλεται, για την  προαγωγή  δικηγόρου  στο εφετείο και στον Αρειο Πάγο ή απευθείας στον Αρειο Πάγο, που είναι ίση με το ποσό πέντε (5), δέκα (10) και δεκαπέντε (15) αντίστοιχα ατομικών εισφορών  δικηγόρου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για προαγωγή. Η μη καταβολή των  παραπάνω  ποσών  συνεπάγεται  το  απαράδεκτο  της αίτησης διορισμού.»

Με το νέο Κώδικα Δικηγόρων, υποστηρίζουμε πως η ως άνω υποχρέωσή μας έχει καταργηθεί, και ειδικότερα, από το άρ.  άρθρο 166 του ν. 4194/2013, με τίτλο “Τελικές διατάξεις” που έχει ως εξής:

 «1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης.

2. Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235).

3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

Ενόψει δε της ρητής αυτής διατύπωσης του άρθρου 166 του Ν.4194/2013 περί ειδικότητας των διατάξεών του σε σχέση με κάθε άλλη διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, στο οποίο δεν προβλέπεται η καταβολή παραβόλου για τις προαγωγές των δικηγόρων συνάγεται κατά γραμματική ερμηνεία πως η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 θεωρείται καταργημένη με ειδικότερη και νεότερη διάταξη.

Η λήψη υπόψη των κριτηρίων που ο νόμος θέτει για την προαγωγή των Δικηγόρων περιγράφεται στο άρθρο 28 του Ν.4194/2013 και θέτει ως προϋποθέσεις δύο κριτήρια: το χρόνο παραμονής σε κάθε βαθμό και την ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας σε αυτό.

Ομοίως και υπό το κράτος το προηγούμενου καθεστώτος, δυνάμει των παρόμοιας διατύπωσης διατάξεων των άρθρων 35 και 36 του Ν.Δ 3026/1954 τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούνται ήταν δύο: ο χρόνος παραμονής σε κάθε βαθμό και η ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας. Μάλιστα, υπό το τότε νομοθετικό καθεστώς (βλ. άρ. 3 ν. 4448/1929 ΦΕΚ Α 344/14.9.1929) δεν είχε τεθεί ως πόρος του ταμείου ή ως όρος παραδεκτού της αίτησης προαγωγής του δικηγόρου σχετική εισφορά, γεγονός άλλωστε που οδήγησε στην αναγκαιότητα της θέσπισης του άρ. 10 περ. θ΄ ν. 4110/1960.

Η κρίση δε, επί της ευδοκίμου ασκήσεως της δικηγορίας εναπόκειται στα Διοικητικά Συμβούλια των Συλλόγων, με κριτήρια εκ των προτέρων καθορισμένα. Στο πνεύμα αυτό περιγράφεται και η θέση της νομολογίας με τη με αριθμό απόφαση ΣτΕ 4889/1998, όπου ρητώς κρίθηκε ότι  «Η κρίση δε περί μη προαγωγής, ως δυσμενής πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων τα οποία κατά την εκτίμηση του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιολογούν την κρίση περί ελλείψεως των ως άνω προσόντων σε βαθμό που να μη μπορεί ο κρινόμενος να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος του επομένου βαθμού».

Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 περί μη εξετάσεως αιτήματος προαγωγής λόγω απαραδέκτου ένεκα μη καταβολής εισφοράς στο ΤΑΝ προσκρούει στο Νόμο και στο Σύνταγμα, περιορίζοντας αναιτιολόγητα την επαγγελματική ελευθερία των Δικηγόρων.

Σε επίρρωση των επιχειρημάτων που αντλούνται από την ιστορική, την συστηματική ερμηνεία, αλλά και την τελολογική ερμηνεία, παραπέμπουμε στο κείμενο των αιτήσεων προς αποφυγή επαναλήψεων.

Ως προς το παράβολο υπέρ ΔΣΑ

Υπό το προηγούμενο καθεστώς του Ν.Δ 3026/1954 προβλεπόταν γραμμάτιο καταβολής που συγκεκριμένα από την κατηργημένη πλέον διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1:

«Ο αιτών την προαγωγήν Δικηγόρος δέον να ή μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του Δικαστηρίου, παρ’ ω αιτείται την προαγωγήν, εν δε τη προς τον Πρόεδρον του Συλλόγου τούτου εγγράφω αιτήσει δέον να συνυποβάλη γραμμάτιον καταβολής εις το Ταμείον του Συλλόγου δικαιωμάτων καθοριζομένων υπό του Δ.Συμβουλίου του άνω Συλλόγου και άπαντα τα επιστηρίζοντα ταύτην επίσημα έγγραφα ως και τα αποδεικνύοντα την κατά το άρθρ.35 ευδόκιμον άσκησιν του λειτουργήματος.».

Όπως καθίσταται φανερό, με την ως άνω διάταξη του άρθρου 166 του Ν.4194/2013, η διάταξη του αμέσως προαναφερθέντος άρθρου 35 Ν.Δ 3026/1954 έχει καταργηθεί, και μάλιστα ρητά (από την παράγραφο 2 του άρθρου 166), και απολείπεται πλέον η νομοθετική εξουσιοδότηση προς τα ΔΣ των Δικηγορικών Συλλόγων να καθορίζουν το οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό.

Η στάση των Συλλόγων και της Ολομέλειας

Οι προαναφερθείσες αιτήσεις ανέβηκαν σε πρώτη φάση στην κλειστή ομάδα της ΠΕΔ στο facebook.

Προς μεγάλη μας έκπληξη, αρκετοί συνάδελφοι πήραν τις αιτήσεις και τις κατέθεσαν για λογαριασμό τους. Πολύ σύντομα το ενδιαφέρον τους μας ανάγκασε να ανεβάσουμε τις αιτήσεις και στο blog της ΠΕΔ.

Οι περισσότερες σχετικές αιτήσεις – εξ όσων γνωρίζουμε – κατετέθησαν τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2015.

Μέχρι την Δευτέρα, 8.2.2016 δεν υπήρχε επίσημη απάντηση από κανένα σύλλογο, ήταν όμως σαφές πως η τεκμηρίωση του νομικού σκέλους θα απαιτούσε μία πιο διεξοδική συζήτηση του θέματος.

Από τότε, περιμέναμε νωχελικά την απάντηση των δικηγορικών συλλόγων.

Είχαμε κάποιες πληροφορίες για θετική εισήγηση / στάση κάποιων συλλόγων (και) μέσω facebook, χωρίς ωστόσο να υπάρξει απάντηση στις αιτήσεις των συναδέλφων.

Αυτά μέχρι τη Δευτέρα, 8.2.2016, οπότε και ο γράφων, κατόπιν αιτήσεώς του που είχε κατατεθεί από το Νοέμβριο του 2015, πήρε στα χέρια του αποσπάσματα των πρακτικών του προαναφερομένου ΔΣ του ΔΣΑ, αλλά και την Εισήγηση της Νομικής Υπηρεσίας του ΔΣΑ περί απόρριψης της αίτησης.

Αν και δε θεωρούμε σκόπιμη την πλήρη αναφορά στο σκεπτικό, χρήσιμο είναι να σημειώσουμε ότι η απόρριψη έλαβε χώρα με αιτιολογία που αφορούσε το θέμα των παραβόλων και όχι για κάποιο άλλο λόγο (πχ έλλειψη ευδοκίμου τετραετούς άσκησης κλπ).

Στις 22.1.2016, το θέμα τέθηκε στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας (βλ. εδώ την ανακοίνωση), ωστόσο στις ανακοινώσεις της Ολομέλειας ουδέν αναφέρθηκε περί του θέματος

Μόνη ενημέρωση που λάβαμε ήταν από το μέλος του ΔΣ του ΔΣΘ Ζήση Κλεισιάρη στο facebook, ο οποίος παρέθεσε την θετική εισήγηση του ΔΣ Χαλκιδικής (εδώ το κείμενο αυτής σε .pdf) με το εξής σχόλιο:

«Η αναλυτική και εμπεριστατωμένη εισήγηση του προέδρου του ΔΣ Χαλκιδικής στην Ολομέλεια, για τα παράβολα προαγωγής, η οποία όμως δεν υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια….Είναι νομίζω έτοιμη προσφυγή….Πάντως, τα ΔΣ των κατά τόπους Συλλόγων, μπορούν να αποφασίσουν κυριαρχικά επί του θέματος….»

Από άλλες σχετικές αναρτήσεις μέσα στις δικηγορικές ομάδες, αλλά και πληροφορίες που έφτασαν σε εμάς, η Ολομέλεια φαίνεται να θεώρησε πως το θέμα απαιτεί «νομοθετική παρέμβαση», χωρίς να ξεκαθαρίζει προς ποια κατεύθυνση και για ποιο λόγο.

Συμπεράσματα – Επόμενα Βήματα

Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει ένα νομοθετικό κενό, τουλάχιστον στα μάτια όλων όσων έχουν μελετήσει το θέμα. Μπορεί οι απόψεις για τις συνέπειές του να διίστανται, ωστόσο όλοι συμφωνούν υπάρχει ένα παράθυρο που όλες οι νομοπαρασκευαστικές που ασχολήθηκαν με τον Κώδικα Δικηγόρων παρέβλεψαν, και που μετά από μετά από πέντε συνεχείς τροποποιήσεις του [με τους Ν. 4205/2013 (Α’ 242), 4236/2014 (Α’ 33), 4254/2014 (Α’ 85), 4267/2014 (Α’ 137) και 4285/2014 (Α’ 191)] συνεχίζει να υφίσταται.

Είναι πιθανό ότι κατά την ψήφιση του Κώδικα Δικηγόρων και κατά την τροποποίηση αυτού από παράβλεψη να μην διατυπώθηκαν επιφυλάξεις για την διατήρηση σε ισχύ των ανωτέρω διατάξεων, με τις οποίες επιβλήθηκαν τόσο το παράβολο υπερ του ΤΝ όσο και το γραμμάτιο υπερ του εκάστοτε Συλλόγου.

Επειδή είναι πιθανή η εκ νέου τροποποίηση των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, ήδη ο ΔΣΑ έχει εκφράσει την επιθυμία του να γίνουν τροποποιήσεις του Κώδικα, οπωσδήποτε για το θέμα των πειθαρχικών Συμβουλίων, θεωρούμε σκόπιμο (αν όχι επιβεβλημένο) – για όσους το επιθυμούν να καταθέσουν την αίτηση και να ακολουθήσουν στην προσφυγή – να καταθέσουν την αίτηση (ει δυνατόν και την αίτηση ακύρωσης) για να προλάβουν την όποια πιθανή νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος (αν τελικά οι προαναφερθείσες πληροφορίες ευσταθούν).

Θεωρούμε άλλωστε εκ προοιμίου ότι η δικαστική προσφυγή ίσως να είναι μονόδρομος.

Το αμέσως επόμενο βήμα μας είναι η ολοκλήρωση της σχετικής αίτησης ακύρωσης, η ανάρτηση του κειμένου της και η κατάθεσή της.

Καλούμε όσους συναδέλφους συμφωνούν και ενδιαφέρονται, να μείνουν συντονισμένοι στην ομάδα και στο blawg μας, όπου θα ανακοινώνουμε αμελλητί κάθε καινούργια εξέλιξη.

Με τιμή,

Σπυρίδων Α. Αδάμ,

Δικηγόρος Αθηνών,

Μέλος ΠΕΔ

Αθήνα, 18.2.2016

Αίτηση προαγωγής ατελώς (από παρ’ Εφέταις σε παρ’ Αρείω)

Μπορείτε να δείτε το έγγραφο σε μορφή .doc κάνοντας κλικ εδώ

ΠΡΟΣ ΤΟ Δ.Σ. ΤΟΥ ΔΣ…

ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ

Του/ Της ………………………………

– – – – / / – – – –

Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν.4194/2013  “4. Ο δικηγόρος μετά την προαγωγή του στο εφετείο και την πάροδο τεσσάρων (4) ετών ευδόκιμης άσκησης δικηγορίας σε αυτό, μπορεί να ζητήσει την προαγωγή του, ώστε να αποκτήσει δικαίωμα παράστασης σε οποιοδήποτε ανώτατο δικαστήριο της χώρας”, ενώ σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου, “Για τις παραπάνω προαγωγές ή μη αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Συλλόγου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, αφού οριστεί ένα μέλος του ως Εισηγητής. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου γνωστοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.”

Με την παρούσα αιτούμαι την προαγωγή μου ώστε να παρίσταμαι σε οποιοδήποτε Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, δεδομένου ότι έχω συμπληρώσει 4 έτη ευδόκιμης άσκησης της Δικηγορίας ενώπιον των Εφετείων, και συνεχίζω μέχρι σήμερα να ασκώ το λειτούργημα του δικηγόρου ευδοκίμως, επομένως, πληρώ τις προϋποθέσεις του νόμου, όπως αυτές αμέσως ως άνω εκτέθηκαν.

Τα παραπάνω δε, ο ΔΣ… μπορεί (ιδίως μετά την εισαγωγή του άρ. 12 του N. 4325/2015 «Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης – Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας και Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Αποκατάσταση αδικιών και άλλες διατάξεις.» ΦΕΚ Α΄ 47/11.05.2015, οι διατάξεις του οποίου αποκτούν πλήρη εφαρμογή στις 12.11.2015) να τα εξακριβώσει με ευχέρεια από το μηχανογραφικό του σύστημα, ενώ προς άρση πάσης αμφιβολίας παρέχω ρητά εξουσιοδότηση προς το Σύλλογο και τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΔΣΑ να αναζητήσουν τα σχετικά με την παρούσα αίτησή μου δεδομένα μου.

Επιπρόσθετα δε, η παρούσα κατατίθεται νομίμως και πρέπει να εξετασθεί, δίχως να έχει καταβληθεί η καταργηθείσα με το άρ. 166 του ν. 4191/2013 εισφορά προς το ΤΑΝ, η οποία είχε επιβληθεί με τις διατάξεις των ΝΔ 4114/60, Ν. 1090/80, Ν.1512/85 και Ν.1759/88 και ΒΔ 795/72 για την προαγωγή σε Δικηγόρο Παρ’Εφέταις ή Παρ’Αρείω, η οποία ισούται με το ποσό 5, 10, 15 αντίστοιχα ατομικών εισφορών ασφαλισμένου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για προαγωγή και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου εξέτασης της αίτησης από το ΔΣΑ.

Η σχετική εισφορά, άλλωστε, είχε επιβληθεί σε ένα τελείως διαφορετικό οικονομικό και φορολογικό καθεστώς, σε ό,τι αφορά το λειτούργημα του δικηγόρου, ως πόρος του ταμείου με το (κατηργημένο πλέον) άρθρο 10 παρ. 1 περ.θ του Ν.4114/1960 που είχε το εξής περιεχόμενο: «θ) Από την εισφορά που οφείλεται, για την  προαγωγή  δικηγόρου  στο εφετείο και στον Αρειο Πάγο ή απευθείας στον Αρειο Πάγο, που είναι ίση με το ποσό πέντε (5), δέκα (10) και δεκαπέντε (15) αντίστοιχα ατομικών εισφορών  δικηγόρου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για προαγωγή. Η μη καταβολή των  παραπάνω  ποσών  συνεπάγεται  το  απαράδεκτο  της αίτησης διορισμού.» Η ρύθμιση αυτή όπως και οι διατάξεις των εδαφίων ζ`, και κστ` της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.δ. 4114/1960, είχαν καταργηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 1090/1980, και είχαν επανέλθει σε ισχύ με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του  ν. 1512/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το ως άνω περιεχόμενο με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1759/1988 (Α` 50), με έναρξη ισχύος την 1.7.1986.

 

Ειδικότερα, το άρ.  άρθρο 166 του ν. 4194/2013, με τίτλο “Τελικές διατάξεις” έχει ως εξής: “1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης. 2. Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235). 3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”.

 

Ενόψει δε της ρητής αυτής διατύπωσης του άρθρου 166 του Ν.4194/2013 περί ειδικότητας των διατάξεών του σε σχέση με κάθε άλλη διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, στο οποίο δεν προβλέπεται η καταβολή παραβόλου για τις προαγωγές των δικηγόρων συνάγεται πως η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960  έχει πλέον καταργηθεί, εφόσον επακολούθησε ειδικότερη και νεότερη διάταξη που ρυθμίζει τον τρόπο και το καθεστώς προαγωγής, χωρίς να διατηρεί σε ισχύ την καταργημένη, πλέον, διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960.

Εξάλλου, ο νέος Κώδικας Δικηγόρων, συνυπογράφεται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, το οποίο σημαίνει πως εκφράστηκε η νομοθετική βούληση του Υπουργού, ως προς το κείμενο του νόμου και ως προς τις προϋποθέσεις που αυτός ήθελε να θέσει. Ως εκ τούτου η απουσία αναφοράς της διατήρησης της προϋπάρχουσας προϋπόθεσης για την καταβολή της εισφοράς υπέρ του Ταμείου Νομικών, δηλώνει σαφώς την επιθυμία να καταργηθεί η σχετική εισφορά.

Η λήψη υπόψη των κριτηρίων που ο νόμος θέτει για την προαγωγή των Δικηγόρων περιγράφεται στο άρθρο 28 του Ν.4194/2013 και θέτει ως προϋποθέσεις δύο κριτήρια: (α) το χρόνο παραμονής σε κάθε βαθμό και (β) την ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας στον βαθμό από τον οποίο ζητείται η προαγωγή.

Ομοίως και υπό το κράτος το προηγούμενου καθεστώτος, δυνάμει των παρόμοιας διατύπωσης διατάξεων των άρθρων 35 και 36 του Ν.Δ 3026/1954 τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούνται ήταν δύο: ο χρόνος παραμονής σε κάθε βαθμό και η ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας. Μάλιστα, υπό το τότε νομοθετικό καθεστώς (βλ. άρ. 3 ν. 4448/1929 ΦΕΚ Α 344/14.9.1929) δεν είχε τεθεί ως πόρος του ταμείου ή ως όρος παραδεκτού της αίτησης προαγωγής του δικηγόρου σχετική εισφορά, γεγονός άλλωστε που οδήγησε στην αναγκαιότητα της θέσπισης του άρ. 10 περ. θ΄ ν. 4110/1960.

Η κρίση δε, επί της ευδοκίμου ασκήσεως της δικηγορίας εναπόκειται στα Διοικητικά Συμβούλια των Συλλόγων, με κριτήρια εκ των προτέρων καθορισμένα. Στο πνεύμα αυτό περιγράφεται και η θέση της νομολογίας με τη με αριθμό απόφαση ΣτΕ 4889/1998, όπου ρητώς κρίθηκε ότι  «Η κρίση δε περί μη προαγωγής, ως δυσμενής πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων τα οποία κατά την εκτίμηση του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιολογούν την κρίση περί ελλείψεως των ως άνω προσόντων σε βαθμό που να μη μπορεί ο κρινόμενος να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος του επομένου βαθμού».
Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 περί μη εξετάσεως αιτήματος προαγωγής λόγω απαραδέκτου ένεκα μη καταβολής εισφοράς στο ΤΑΝ προσκρούει στο Νόμο και στο Σύνταγμα, περιορίζοντας αναιτιολόγητα την επαγγελματική ελευθερία των Δικηγόρων.

Θα πρέπει εξάλλου να τονιστεί ιδιαιτέρως, πως στο Δικηγόρο που έχει δικαίωμα να παρασταθεί στο Εφετείο, δεν δίνεται η δυνατότητα να παρασταθεί, κατ΄ εξαίρεση, στον ΑΠ για ποινικές υποθέσεις που έχει χειριστεί στον προηγούμενο βαθμό, κατ’ αναλογία προς τον Δικηγόρο που παρίσταται στο Πρωτοδικείο, προκαλώντας αφενός μεν συνταγματική ανισότητα που δεν δικαιολογείται, αφετέρου προκαλώντας σαφή περιορισμό στην άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 4§1 και 5§1 του Συντάγματος.

Σε επίρρωση των επιχειρημάτων που αντλούνται από την ιστορική και συστηματική ερμηνεία, σε κανένα σημείο της αιτιολογικής έκθεσης  αναφέρεται επιφύλαξη επί του συγκεκριμένου άρθρου (28) του Κώδικα Δικηγόρων, ενώ μετά από πέντε συνεχείς τροποποιήσεις του [με τους Ν. 4205/2013 (Α’ 242), 4236/2014 (Α’ 33), 4254/2014 (Α’ 85), 4267/2014 (Α’ 137) και 4285/2014 (Α’ 191)] είναι πλέον αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως ο νομοθέτης ήθελε να εκφραστεί διαφορετικά και δεν το έκανε. Σημειώνεται εξάλλου ότι δεν καταλείπεται σε απόφαση Υπουργού (Δικαιοσύνης ή Οικονομικών ή και των δύο) το δικαίωμα να επιβάλει τέλος το οποίο ο νόμος δεν έχει προβλέψει, αφού κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο άρθρο 43 του Συντάγματος, περί νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Ακόμη και η τελολογική ερμηνεία συντείνει προς την κατάργηση αυτής της εισφοράς, αν ήθελε υποτεθεί ότι υποστηρίζεται η αντίθετη ερμηνεία περί μη κατάργησης της εν λόγω εισφοράς. Αν λάβει κανείς υπόψη του το σύνολο των βαρών[1] με τα οποία έχουν επιφορτισθεί πλέον οι δικηγόροι (ΦΠΑ, προκαταβολή φόρου, αυξημένα παράβολα, χαρτόσημα και ένσημα), αλλά και τη στήριξη του ασφαλιστικού τους συστήματος με άλλα μέσα (καθιέρωση υποχρεωτικών γραμματίων προείσπραξης για κάθε διαδικαστικό στάδιο της δίκης με τις συνακόλουθες κρατήσεις, αναμόρφωση καθεστώτος χρηματοδότησης διανεμητικών λογαριασμών κλπ), η συνέχιση της ύπαρξης της εν λόγω εισφοράς θα μπορούσε να βρει πλέον Συνταγματικά και λοιπά υπερνομοθετικά εμπόδια, ως καθιστούσα δυσανάλογα (αν όχι μη προσπελάσιμα) εμπόδια στην επαγγελματική ελευθερία των δικηγόρων και όχι μόνο.

Επιπρόσθετα, η παρούσα κατατίθεται χωρίς να καταβάλλεται και το από το προηγούμενο καθεστώς του Ν.Δ 3026/1954 γραμμάτιο καταβολής που συγκεκριμένα προβλεπόταν από το κατηργημένο πλέον άρθρο 35 παρ. 1: «Ο αιτών την προαγωγήν Δικηγόρος δέον να ή μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του Δικαστηρίου, παρ’ ω αιτείται την προαγωγήν, εν δε τη προς τον Πρόεδρον του Συλλόγου τούτου εγγράφω αιτήσει δέον να συνυποβάλη γραμμάτιον καταβολής εις το Ταμείον του Συλλόγου δικαιωμάτων καθοριζομένων υπό του Δ.Συμβουλίου του άνω Συλλόγου και άπαντα τα επιστηρίζοντα ταύτην επίσημα έγγραφα ως και τα αποδεικνύοντα την κατά το άρθρ.35 ευδόκιμον άσκησιν του λειτουργήματος.».

Όπως καθίσταται φανερό, με την  ως άνω διάταξη του άρθρου 166 του Ν.4194/2013, η διάταξη του αμέσως προαναφερθέντος άρθρου 35 Ν.Δ 3026/1954 έχει καταργηθεί, και μάλιστα ρητά (από την παράγραφο 2 του άρθρου 166), και απολείπεται πλέον η νομοθετική εξουσιοδότηση προς τα ΔΣ των Δικηγορικών Συλλόγων να καθορίζουν το οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό.

Για τους λόγους αυτούς

αιτούμαι όπως εξετασθεί και γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου περί προαγωγής, από το αρμόδιο Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, χωρίς καταβολή της κατηργημένης εισφοράς προς το ΤΑΝ και χωρίς καταβολή γραμματίου καταβολής προς το ταμείο του ΔΣ…

Αθήνα, …………………………… 2015

Με τιμή

———————————

[1] κάτι που ενώ μέχρι πρότινος η νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων αρνείτο να κάνει, ωστόσο μετεστράφη, και πλέον δεν εξετάζει κάθε φορολογικό βάρος αυτοτελώς μόνον, αλλά και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που επιβάλλονται, βλ. πχ την ΟλΑΠ 293 / 2014 [διαθέσιμη διαδικτυακά στον Ιστότοπο του ΑΠ]: “Όμως, οπό μόνα τα προεκτεθέντα τρία στοιχείο (εμβαδόν, παλαιότης, τιμή ζώνης) του ακινήτου, βάσει των οποίων, κατά την παρ.8, γίνεται η βεβαίωση του φόρου με τις ανωτέρω μηχανογραφικές καταστάσεις, ασυνδέτως προς άλλα κριτήρια αντικειμενικά (προσδιοριστικά της αξίας ή/και της αποδόσεως των ακινήτων) και κυρίως, υποκειμενικά (εισοδηματικά, περιουσίας, προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως), δεν αποδεικνύεται, ουδέ καν τεκμαίρεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας του κυρίου ή επικαρπωτού του ακινήτου και η έκταση της ικανότητας αυτής, η μη λήψη δε υπ’ όψιν της φοροδοτικής ικανότητας των βαρυνομένων με τον επίμαχο φόρο προσώπων για την επιβολή αυτού συνιστά παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, εν όψει μάλιστα και της, κατά τον χρόνο θεσπίσεως αυτού, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μειώσεως μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών, όπως αυτά προσδιορίζονται ειδικότερα κατωτέρω).”

Αίτηση προαγωγής ατελώς (από παρά Πρωτοδίκαις σε παρ’ Εφέταις)

Μπορείτε να δείτε το έγγραφο σε μορφή .doc κάνοντας κλικ εδώ

ΠΡΟΣ ΤΟ Δ.Σ. ΤΟΥ ΔΣ…

ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ

Του/ Της ………………………………

– – – – / / – – – –

Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 3 Ν.4194/2013  “Δικηγόρος, που έχει διορισθεί στο Πρωτοδικείο, μπορεί να ζητήσει με αίτηση του στο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο ανήκει, την προαγωγή του σε δικηγόρο με δικαίωμα παράστασης στο Εφετείο για τις αστικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις, εφόσον αποδεικνύει, είτε με την προσκόμιση ικανού αριθμού αποφάσεων, στις οποίες έχει παραστεί είτε με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο, ότι έχει συμπληρώσει ευδόκιμη τετραετή άσκηση του λειτουργήματος του.”, ενώ σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου, “Για τις παραπάνω προαγωγές ή μη αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Συλλόγου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, αφού οριστεί ένα μέλος του ως Εισηγητής. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου γνωστοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.”

Με την παρούσα αιτούμαι την προαγωγή μου σε Δικηγόρο παρ’ Εφέταις, δεδομένου ότι γράφτηκα ως δικηγόρος στο μητρώο του ΔΣ… στις …………………., και συνεχίζω μέχρι σήμερα να ασκώ το λειτούργημα του δικηγόρου ευδοκίμως επί τετραετία.  και, επομένως, πληρώ τις προϋποθέσεις του νόμου, όπως αυτές αμέσως ως άνω εκτέθηκαν.

Τα παραπάνω δε, ο ΔΣ… μπορεί (ιδίως μετά την εισαγωγή του άρ. 12 του N. 4325/2015 «Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης – Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας και Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Αποκατάσταση αδικιών και άλλες διατάξεις.» ΦΕΚ Α΄ 47/11.05.2015, οι διατάξεις του οποίου αποκτούν πλήρη εφαρμογή στις 12.11.2015) να τα εξακριβώσει με ευχέρεια από το μηχανογραφικό του σύστημα, ενώ προς άρση πάσης αμφιβολίας παρέχω ρητά εξουσιοδότηση προς το Σύλλογο και τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΔΣ… να αναζητήσουν τα σχετικά με την παρούσα αίτησή μου δεδομένα μου.

Επιπρόσθετα δε, η παρούσα κατατίθεται νομίμως και πρέπει να εξετασθεί, δίχως να έχει καταβληθεί η καταργηθείσα με το άρ. 166 του ν. 4191/2013 εισφορά προς το ΤΑΝ, η οποία είχε επιβληθεί με τις διατάξεις των ΝΔ 4114/60, Ν. 1090/80, Ν.1512/85 και Ν.1759/88 και ΒΔ 795/72 για την προαγωγή σε Δικηγόρο Παρ’Εφέταις ή Παρ’Αρείω, η οποία ισούται με το ποσό 5, 10, 15 αντίστοιχα ατομικών εισφορών ασφαλισμένου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για προαγωγή και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου εξέτασης της αίτησης από το ΔΣ…

Η σχετική εισφορά, άλλωστε, είχε επιβληθεί σε ένα τελείως διαφορετικό οικονομικό και φορολογικό καθεστώς, σε ό,τι αφορά το λειτούργημα του δικηγόρου, ως πόρος του ταμείου με το (κατηργημένο πλέον) άρθρο 10 παρ. 1 περ.θ του Ν.4114/1960 που είχε το εξής περιεχόμενο: «θ) Από την εισφορά που οφείλεται, για την  προαγωγή  δικηγόρου  στο εφετείο και στον Αρειο Πάγο ή απευθείας στον Αρειο Πάγο, που είναι ίση με το ποσό πέντε (5), δέκα (10) και δεκαπέντε (15) αντίστοιχα ατομικών εισφορών  δικηγόρου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για προαγωγή. Η μη καταβολή των  παραπάνω  ποσών  συνεπάγεται  το  απαράδεκτο  της αίτησης διορισμού.» Η ρύθμιση αυτή όπως και οι διατάξεις των εδαφίων ζ`, και κστ` της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.δ. 4114/1960, είχαν καταργηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 1090/1980, και είχαν επανέλθει σε ισχύ με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του  ν. 1512/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το ως άνω περιεχόμενο με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1759/1988 (Α` 50), με έναρξη ισχύος την 1.7.1986.

 

Ειδικότερα, το άρ.  άρθρο 166 του ν. 4194/2013, με τίτλο “Τελικές διατάξεις” έχει ως εξής: “1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης. 2. Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235). 3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”.

 

Ενόψει δε της ρητής αυτής διατύπωσης του άρθρου 166 του Ν.4194/2013 περί ειδικότητας των διατάξεών του σε σχέση με κάθε άλλη διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, στο οποίο δεν προβλέπεται η καταβολή παραβόλου για τις προαγωγές των δικηγόρων συνάγεται κατά γραμματική ερμηνεία πως η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 θεωρείται καταργημένη με ειδικότερη και νεότερη διάταξη.

Η λήψη υπόψη των κριτηρίων που ο νόμος θέτει για την προαγωγή των Δικηγόρων περιγράφεται στο άρθρο 28 του Ν.4194/2013 και θέτει ως προϋποθέσεις δύο κριτήρια: το χρόνο παραμονής σε κάθε βαθμό και την ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας σε αυτό.

Ομοίως και υπό το κράτος το προηγούμενου καθεστώτος, δυνάμει των παρόμοιας διατύπωσης διατάξεων των άρθρων 35 και 36 του Ν.Δ 3026/1954 τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούνται ήταν δύο: ο χρόνος παραμονής σε κάθε βαθμό και η ευδόκιμη άσκηση της δικηγορίας. Μάλιστα, υπό το τότε νομοθετικό καθεστώς (βλ. άρ. 3 ν. 4448/1929 ΦΕΚ Α 344/14.9.1929) δεν είχε τεθεί ως πόρος του ταμείου ή ως όρος παραδεκτού της αίτησης προαγωγής του δικηγόρου σχετική εισφορά, γεγονός άλλωστε που οδήγησε στην αναγκαιότητα της θέσπισης του άρ. 10 περ. θ΄ ν. 4110/1960.

Η κρίση δε, επί της ευδοκίμου ασκήσεως της δικηγορίας εναπόκειται στα Διοικητικά Συμβούλια των Συλλόγων, με κριτήρια εκ των προτέρων καθορισμένα. Στο πνεύμα αυτό περιγράφεται και η θέση της νομολογίας με τη με αριθμό απόφαση ΣτΕ 4889/1998, όπου ρητώς κρίθηκε ότι  «Η κρίση δε περί μη προαγωγής, ως δυσμενής πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων τα οποία κατά την εκτίμηση του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιολογούν την κρίση περί ελλείψεως των ως άνω προσόντων σε βαθμό που να μη μπορεί ο κρινόμενος να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος του επομένου βαθμού».
Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 10 του Ν.4114/1960 περί μη εξετάσεως αιτήματος προαγωγής λόγω απαραδέκτου ένεκα μη καταβολής εισφοράς στο ΤΑΝ προσκρούει στο Νόμο και στο Σύνταγμα, περιορίζοντας αναιτιολόγητα την επαγγελματική ελευθερία των Δικηγόρων.

Σε επίρρωση των επιχειρημάτων που αντλούνται από την ιστορική και συστηματική ερμηνεία, σε κανένα σημείο της αιτιολογικής έκθεσης δεν αναφέρεται επιφύλαξη επί του συγκεκριμένου άρθρου (28) του Κώδικα Δικηγόρων, ενώ μετά από πέντε συνεχείς τροποποιήσεις του [με τους Ν. 4205/2013 (Α’ 242), 4236/2014 (Α’ 33), 4254/2014 (Α’ 85), 4267/2014 (Α’ 137) και 4285/2014 (Α’ 191)] είναι πλέον αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως ο νομοθέτης ήθελε να εκφραστεί διαφορετικά και δεν το έκανε.

Ακόμη και η τελολογική ερμηνεία όμως συντείνει προς την κατάρτηση αυτής της εισφοράς, αν ήθελε υποτεθεί ότι υποστηρίζεται η αντίθετη ερμηνεία περί μη κατάργησης της εν λόγω εισφοράς. Αν λάβει κανείς υπόψη του το σύνολο των βαρών[1] με τα οποία έχουν επιφορτισθεί πλέον οι δικηγόροι (ΦΠΑ, προκαταβολή φόρου, αυξημένα παράβολα, χαρτόσημα και ένσημα), αλλά και τη στήριξη του ασφαλιστικού τους συστήματος με άλλα μέσα (καθιέρωση υποχρεωτικών γραμματίων προείσπραξης για κάθε διαδικαστικό στάδιο της δίκης με τις συνακόλουθες κρατήσεις, αναμόρφωση καθεστώτος χρηματοδότησης διανεμητικών λογαριασμών κλπ), η συνέχιση της ύπαρξης της εν λόγω εισφοράς θα μπορούσε να βρει πλέον Συνταγματικά και λοιπά υπερνομοθετικά εμπόδια, ως καθιστούσα δυσανάλογα (αν όχι μη προσπελάσιμα) εμπόδια στην επαγγελματική ελευθερία των δικηγόρων και όχι μόνο.

Επιπρόσθετα, η παρούσα κατατίθεται χωρίς να καταβάλλεται και το από το προηγούμενο καθεστώς του Ν.Δ 3026/1954 γραμμάτιο καταβολής που συγκεκριμένα προβλεπόταν από το κατηργημένο πλέον άρθρο 35 παρ. 1: «Ο αιτών την προαγωγήν Δικηγόρος δέον να ή μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του Δικαστηρίου, παρ’ ω αιτείται την προαγωγήν, εν δε τη προς τον Πρόεδρον του Συλλόγου τούτου εγγράφω αιτήσει δέον να συνυποβάλη γραμμάτιον καταβολής εις το Ταμείον του Συλλόγου δικαιωμάτων καθοριζομένων υπό του Δ.Συμβουλίου του άνω Συλλόγου και άπαντα τα επιστηρίζοντα ταύτην επίσημα έγγραφα ως και τα αποδεικνύοντα την κατά το άρθρ.35 ευδόκιμον άσκησιν του λειτουργήματος.».

Όπως καθίσταται φανερό, με την  ως άνω διάταξη του άρθρου 166 του Ν.4194/2013, η διάταξη του αμέσως προαναφερθέντος άρθρου 35 Ν.Δ 3026/1954 έχει καταργηθεί, και μάλιστα ρητά (από την παράγραφο 2 του άρθρου 166), και απολείπεται πλέον η νομοθετική εξουσιοδότηση προς τα ΔΣ των Δικηγορικών Συλλόγων να καθορίζουν το οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό.

Για τους λόγους αυτούς

αιτούμαι όπως εξετασθεί και γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου περί προαγωγής μου σε παρ’ Εφέταις δικηγόρο, από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, χωρίς καταβολή της κατηργημένης εισφοράς προς το ΤΑΝ και χωρίς καταβολή γραμματίου καταβολής προς το ταμείο του ΔΣ….

Αθήνα, ……………………… 2015

Με τιμή

————————————————

[1]              κάτι που ενώ μέχρι πρότινος η νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων αρνείτο να κάνει, ωστόσο μετεστράφη, και πλέον δεν εξετάζει κάθε φορολογικό βάρος αυτοτελώς μόνον, αλλά και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που επιβάλλονται, βλ. πχ την ΟλΑΠ 293 / 2014 [διαθέσιμη διαδικτυακά στον Ιστότοπο του ΑΠ]: “Όμως, οπό μόνα τα προεκτεθέντα τρία στοιχείο (εμβαδόν, παλαιότης, τιμή ζώνης) του ακινήτου, βάσει των οποίων, κατά την παρ.8, γίνεται η βεβαίωση του φόρου με τις ανωτέρω μηχανογραφικές καταστάσεις, ασυνδέτως προς άλλα κριτήρια αντικειμενικά (προσδιοριστικά της αξίας ή/και της αποδόσεως των ακινήτων) και κυρίως, υποκειμενικά (εισοδηματικά, περιουσίας, προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως), δεν αποδεικνύεται, ουδέ καν τεκμαίρεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας του κυρίου ή επικαρπωτού του ακινήτου και η έκταση της ικανότητας αυτής, η μη λήψη δε υπ’ όψιν της φοροδοτικής ικανότητας των βαρυνομένων με τον επίμαχο φόρο προσώπων για την επιβολή αυτού συνιστά παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, εν όψει μάλιστα και της, κατά τον χρόνο θεσπίσεως αυτού, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μειώσεως μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών, όπως αυτά προσδιορίζονται ειδικώτερα κατωτέρω).”

Αποτελέσματα συγκέντρωσης στο ΤΣΑΥ (ΔΣ ΕΤΑΑ) στις 14.03.2014

Η σημερινή «έκτακτη» συνεδρίαση του ΕΤΑΑ δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα, δεδομένου ότι παρίσταντο μόνο 3 μέλη του ΔΣ του ΕΤΑΑ. Οι υπόλοιποι, έχοντας προφανώς αγανακτίσει από τη συμπεριφορά του Προέδρου του ΕΤΑΑ, δεν εμφανίστηκαν, ούτε στο κρήριο, ούτε στα περίχωρα.

Σημαντικά είναι τα έγγραφα που έλαβε ο Πρόεδρος του ΕΤΑΑ την 12.03.2014, δηλαδή μία μέρα μετά την προηγούμενη συνεδρίαση οπότε και δεν ελήφθη απόφαση, παρότι υπήρχε διάχυτη βεβαιότητα ότι θα αποφάσιζαν επί 4 βασικών θεμάτων, όπως αναρτήσαμε στις 11.03.2014, δηλαδή βάσει μιας εισήγησης «ουρανοκατέβατης» του Προέδρου.

Στην προηγούμενη συνεδρίαση, καθ’ ό χρόνο βρισκόμασταν στην αίθουσα, πριν την έναρξη της συνεδρίασης, ΟΥΔΕΝ κώλυμα νομικό ή άλλο διατυπώθηκε, από οποιοδήποτε μέλος του ΔΣ, αναφορικά με την εισήγηση που μας είχε θέσει σε γνώση όλων μας ο Πρόεδρος. Αντίθετα, πληροφορηθήκαμε σήμερα πως, μόλις φύγαμε, η Κυβερνητική Επίτροπος … «πάγωσε» τη λήψη απόφασης, επικαλούμενη αντιρρήσεις νομιμότητας.  Ενώ δηλαδή στις 12.03.2014 όλα έδειχναν ότι οδηγούμαστε στη μερική επίλυση του προβλήματος, εντούτοις, λίγη ώρα μετά τις διαβεβαιώσεις για την λήψη μιας συμβιβαστικής λύσης, το όλο ζήτημα πάγωσε.

Θα επανερχόμαστε, αγαπητό ΔΣ του ΕΤΑΑ, και στις επόμενες συνεδριάσεις σας, οπότεδήποτε τις ορίσετε, ακόμη και τα Σαββατοκύριακα.

Η πρόσκληση και τα συνημμένα αυτής έγγραφα για να τα θαυμάσετε. Ειδικά εκείνο το χρονοδιάγραμμα στα αγγλικά είναι νομίζω σημαδιακό της θέσης του ΕΤΑΑ και του Υπουργού απέναντι στους δανειστές μας.

 

πρόσκληση ΔΣ

συνημμένα έγγραφα στην πρόσκληση του ΔΣ για το ΚΕΑΟ

συνημμένα έγγραφα στην πρόσκληση του ΔΣ για το ΚΕΑΟ

το αγγλικό κειμενάκι20140314_12413320140314_12413720140314_12414220140314_124815πρόσκληση ΔΣ

Αποτελέσματα συγκέντρωσης στο ΤΣΑΥ (ΔΣ ΕΤΑΑ) στις 11.03.2014

Ο Πρόεδρος του ΔΣ του ΕΤΑΑ προέβη σε μία κίνηση εκπλήξεως. Φέρνει ενώπιον του ΔΣ έγγραφο – πρόταση – εισήγηση για να αποφασίσει να σταλεί ως πρόταση στον Υπουργό. Ανεξαρτήτως της νομιμότητας εισήγησης νέων θεμάτων, εκτός εισηγήσεως όταν δεν παρίστανται όλα τα μέλη, οι προτάσεις του είναι οι κάτωθι:

1. Θέτει ως αναγκαία τη διατήρηση στο ασφαλιστικό καθεστώς προ του 2011, δηλαδή εισηγείται την αναστολή της ένταξης σε κατηγορίες, τουλάχιστον για 3ετία. Αναφέρει ότι αυτή είναι η πρότασή του από τον Νοέμβριο του 2013.

Σημ. Στα ταμεία μας μεταγενέστερα επιβλήθηκαν οι προσαυξημένες εισφορές, ενώ στο ΤΣΜΕΔΕ, αντίθετα, δεν επιβλήθηκαν αλλά ανεστάλησαν με απόφαση του ΕΤΑΑ.

2. Για το ΚΕΑΟ, εισηγείται πως θα πρέπει να ανασταλεί για ποσά κάτω από 30.000 για τα φυσικά πρόσωπα (εννοεί δλδ άμεσα ασφαλισμένους, που καλύπτουν εξ ιδίων τις εισφορές τους). Αντίθετα για τους εργοδότες δεν θα υπάρξει αναστολή, οπότε θα ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΚΕΑΟ, όπως αυτές αποτυπώνονται στο νόμο, ήτοι θα αποστέλλονται για οφειλές άνω των 5000€

Σημ. θεωρεί όμως αυτονόητο ότι ο εργοδότης έχει χρήματα να πληρώσει, εν μέσω οικονομικής κρίσης.

3. Τέθηκε το θέμα της θεώρησης βιβλιαρίων, για αυτούς που αδυνατούν να πληρώσουν τις ετήσιες εισφορές, έχοντας μειωμένο εισόδημα και έχοντας σοβαρές ασθένειες.

Σημ. Επισημάνθηκε έντονα από μέλος του ΔΣ πως το θα πρέπει να απαλειφθεί η διατύπωση περί σοβαρής ασθένειας, καθώς εάν κάποιος έχει σοβαρή ασθένεια μπορεί να έχει κάλυψη μέσω επιτροπών, ενώ θα πρέπει να είναι καλυμμένος υγειονομικά και αυτός που δε φέρει σοβαρή ασθένεια.

4. Επίσης εισηγήθηκε να μην είναι αναγκαία η πληρωμή του συνόλου των ετήσιων εισφορών για την ασφαλιστική κάλυψη, προς συνάρτηση των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, για τους οποίους αρκούν πολύ λίγα ημερομίσθια για την χορήγηση ασφαλιστικού βιβλιαρίου.

5. Τέλος, αναφέρθηκε ως προς το ζήτημα του επιδόματος ανεργίας σε ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ, προτείνοντας πως θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η έννοια του ανέργου. Με το σημερινό καθεστώς θα πρέπει να έχει εξασφαλίσει και καλύψει τις ασφαλιστικές του εισφορές πλήρως, κάτι το οποίο διαπιστώνει ως ανέφικτο, αφού είναι άνεργος. Συνεπώς, καταλήγει, θα πρέπει να υπάρξει αποδέσμευση της ασφάλισης από την ιδιότητα και θα πρέπει να ασφαλίζεται η εργασία, οπότε θα είναι καθορισμένη η ιδιότητα του ανέργου. Κι αν διατηρηθεί όμως η ασφάλιση της ιδιότητας, προτείνει πως θα μπορούσε να θεσπιστεί ότι δύναται να διακόψει την ασφάλιση, διατηρώντας την ιδιότητα και ασκώντας επάγγελμα. Η διακοπή θα μπορούσε να διατηρηθεί για 5 χρόνια και για 2 φορές (5 Χ 2 = 10 χρόνια) σε όλην την επαγγελματική δραστηριότητα με ισόχρονη παράταση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης (σημειώνοντας ότι θα απαιτηθούν 40 χρόνια πραγματικής απασχόλησης).

Αποτελέσματα συγκέντρωσης στο ΕΤΑΑ στις 06.03.2014

Σήμερα κατά τη συνεδρίαση στο ΕΤΑΑ, δεν ελήφθη απόφαση καθώς αποχώρησε ένα μέλος οπότε και πάλι δεν υπήρξε η απαιτούμενη πλειοψηφία. Πέραν αυτών, ο Πρόεδρος Σελλιανάκης έκανε τις εξής ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Καταρχήν προκύπτει από το αναρτημένο έγγραφο (κλικ εδώ) ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος πρότεινε να ανέβει το όριο του ποσού στα 30.000€, τουλάχιστον προσωρινά. Δηλαδή πρότεινε να υπαχθούν στο ΚΕΑΟ όσοι οφείλουν πάνω από 30.000€, ήτοι, κατά την συλλογιστική του, αυτοί που οφείλουν από 5 χρόνια και πάνω εισφορές. Αντίθετα, για τους εργοδότες ασφαλισμένων, θα ισχύει το όριο των 5.000€.

 Επίσης ο Πρόεδρος, ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω απόφαση (ιδ. ανωτέρω σύνδεσμο) ΔΕΝ αφορά το ΤΑΝ και τους άλλους φορείς υπό το ΕΤΑΑ αλλά μόνο το ΤΣΜΕΔΕ, καθώς εκείνο εισηγήθηκε να μην σταλούν τα στοιχεία των μελών του στο ΕΤΑΑ, με τους μηχανικούς που επανειλημμένα μεταβαίνουν στις συνεδριάσεις του ΕΤΑΑ. Το πρόβλημα που τίθεται αφορά στο σκεπτικό και αποφασιστικό κομμάτι της απόφασης. Δηλαδή, στο σκεπτικό αναφέρεται έγγραφο του ΤΣΜΕΔΕ, καθώς και η επιθυμία των παρόντων μηχανικών να μην σταλούν από το ΤΣΜΕΔΕ στοιχεία στο ΚΕΑΟ. Κατά τον Πρόεδρο, επ’ αυτού αποφάσισε το ΕΤΑΑ, οπότε αφορά η αναστολή των στοιχείων στο ΚΕΑΟ μόνο τους ασφαλισμένους του ΤΣΜΕΔΕ.

Το αστείο, στα όρια δηλαδή του γελοίου, τα λοιπά μέλη του ΔΣ του ΕΤΑΑ διαφωνούσαν με την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, αναφέροντας μάλιστα ότι υπήρξε και μία επιστολή γενική που είχαν διαβάσει από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, που όμως δεν απευθυνόταν στο αρμόδιο ΕΤΑΑ αλλά στην πολιτεία γενικά και τον Υπουργό. Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ αυτή βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (σύνδεσμος).

Εκτυπώστε την γιατί ανεβοκατεβαίνει για κάποιον …. μυστήριο λόγο την τελευταία εβδομάδα!!!!
(καλού-κακού εμείς κάναμε σώσαμε ένα αρχείο .pdf εδώ)

 Εν συνεχεία εν μέσω έντασης, η συνέλευση διαλύθηκε οπότε μας έμεινε το ερώτημα, ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ, ΤΙ ΚΑΝΕΙ ;;;

 Μαθαίνουμε από τους μηχανικούς (για άλλη μία φορά) ότι φέρεται πως έχει υπάρξει έγγραφη απάντηση από το Ταμείο Νομικών, την οποία όμως ο Πρόεδρος δεν μας έδωσε, οπότε και αρμοδίως θα την αναζητήσουμε από το Ταμείο Νομικών.

Τέλος, το πιθανότερο θα συνεδριάσει η Διοικούσα Επιτροπή του ΤΝ την Τρίτη 11.03.2014, οπότε και το συντομότερο θα σας ενημερώσουμε.

ΕΚΕΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΛΩΝ ΜΑΣ!

ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΕΚΕΙ!